
Γονείς: από την Υποστήριξη στην Ασφάλεια
Ένα από τα στοιχεία που καθορίζουν την προσαρμογή ή όχι του ατόμου στο εκάστοτε περιβάλλον και ταυτόχρονα ορίζει την αντίδρασή του ως «αντίδραση άγχους», αποτελεί η αίσθηση της υποστήριξης, την οποία το άτομο θεωρεί ότι μπορεί να έχει. Η παροχή υποστήριξης αναφέρεται στη διαδικασία όπου το παιδί, από μικρή ηλικία, δραστηριοποιείται και προσπαθεί σε διάφορες καταστάσεις έχοντας την αίσθηση ότι, αν κάτι δεν πάει καλά, τότε μπορεί να «αναζητήσει» βοήθεια στο περιβάλλον του. Η ύπαρξη υποστήριξης δίνει τη δυνατότητα στο παιδί να αισθάνεται ασφαλές, ενώ ταυτόχρονα βιώνει και την αίσθηση της ικανότητας και της προσωπικής επάρκειας, μέσα από τη δυνατότητα να επιλέγει και να πραγματοποιεί τις επιλογές του.
Είναι αρκετές οι φορές, ωστόσο, όπου η υποστήριξη σε μια δραστηριότητα τείνει να γίνει «εκτέλεση από τους άλλους». Οι γονείς των νεαρών παιδιών, θέλοντας να βοηθήσουν όσο περισσότερο μπορούν, θέλοντας να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον και την αγάπη προς τα παιδιά, θέλοντας να εκφράσουν την αδιάλειπτη παρουσία τους προς τα παιδιά, πραγματοποιούν οι ίδιοι εν τέλει τη δραστηριότητα. Είναι από τις καταστάσεις όπου η αρχική θετική στάση και οι καλές προθέσεις, τείνουν να δίνουν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που θα θέλαμε!
Για να αισθάνεται κάποιος ασφαλής, θα χρειαστεί να κάνει τόσα πράγματα όσα χρειάζεται για να νιώσει ασφάλεια. Θα χρειαστεί να βιώσει την ικανότητά του, να κατανοήσει ότι μπορεί να εκτελέσει και να φέρει εις πέρας αρκετές δραστηριότητες, ότι αν προσπαθεί, έχει τη δυνατότητα να τα καταφέρει. Για να «εξασφαλίσει» την αίσθηση, χρειάζεται να δοκιμάσει μόνος του, να μοχθήσει και να κουραστεί, να στεναχωρηθεί και να βιώσει αρνητικά συναισθήματα. Όταν τελικά θα πετύχει, πέραν της ικανοποίησης και της χαράς για την επιτυχία του, θα «προσθέσει» ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ της αίσθησης της προσωπικής του ασφάλειας.
Είναι διαφορετικό το να προσπαθώ έχοντας την αίσθηση ότι έχω υποστήριξη για το «τώρα και το μετά» της δραστηριότητας, από το να «αφήνω στους άλλους να το πραγματοποιήσουν».
Πολλές φορές θα χρειαστεί, κυρίως από τους γονείς, να δίνουν στα παιδιά την ευκαιρία να δοκιμάσουν καταστάσεις και δυνάμεις, παρέχοντας υποστήριξη και όχι «εκτελώντας» οι ίδιοι την δραστηριότητα για λογαριασμό των παιδιών τους. Θα ήταν ωφέλιμο και περισσότερο λειτουργικό για τα παιδιά να εκπαιδευτούν στο να ενεργοποιούνται, να προσπαθούν, να δοκιμάζουν, να επιλέγουν, να κρίνουν, καθώς αυτά τα στοιχεία θα χρειαστούν στην διάρκεια της εξέλιξής τους, περισσότερο ίσως από την παντοτινή βοήθεια των άλλων, η οποία δεν είναι και παντοτινά εφικτή!
Ζωή χωρίς ευθύνες, με πολλαπλές ανέσεις… Τι θα γίνει κάποιος σε αυτό το πλαίσιο ανάπτυξης; Το μήνυμα που λαμβάνει; «μπορείς να έχεις πολλά χωρίς να προσπαθείς ιδιαίτερα……..»
Γιάννης Ζαρώτης
Ψυχολόγος-Αθλητικός Ψυχολόγος
Learn More
Μύθοι στον αθλητισμό
Ο αθλητισμός, όπως και κάθε τομέας της ανθρώπινης δραστηριότητας, παρουσιάζει μια σειρά από «ανεξήγητα» φαινόμενα, καταστάσεις τις οποίες πολλές φορές μεγαλοποιούμε, υπερτονίζουμε ή τις αντιμετωπίζουμε ως εξαιρετικές, δημιουργώντας γύρω από αυτές ένα τεράστιο μύθο. Η διάσταση του «μύθου» εμφανίζεται σε περιπτώσεις έντονης δυσκολίας και σχετίζεται με «κρίσιμα» σημεία, προσωπικά «γούρια», «ψυχολογικά όρια».
Κλασικό παράδειγμα μύθου αποτελεί το «ψυχολογικό φράγμα», το οποίο αντιμετωπίζουν σχεδόν όλοι οι αθλητές κάποια στιγμή στην καριέρα τους. Αναφέρεται στην προσπάθεια να «σπάσει» κάποιος το ατομικό του ρεκόρ, να «κατέβει» για παράδειγμα τα 20 δευτερόλεπτα στο 200άρι, να περάσει το φράγμα των 5 μέτρων στο επί κοντώ, να σπάσει το όριο των 3 ωρών στο Μαραθώνιο. Οι αριθμοί στις προκείμενες περιπτώσεις και ο στόχος τον οποίο θέτουν οι αθλητές αποτελούν τα ψυχολογικά τους όρια. Ωστόσο, με αυτόν τον τρόπο μεγαλοποιούν τον στόχο τους και τον φαντάζονται κάπως υπερβολικό και ξεχωριστό, δημιουργώντας γύρω του ένα «μύθο», με αρνητική επίδραση στην προσπάθειά τους, καθώς την έννοια του μύθου ακολουθεί «η στοιχειωμένη» επίδοση. Όταν «μυθοποιούμε» καταστάσεις, αισθανόμαστε «μικρότεροι» και πιο αδύναμοι απέναντι στην μεγαλοσύνη των γεγονότων.
Στον αθλητισμό υπάρχουν επίσης τα «κρίσιμα» σημεία, οι «κρίσιμοι» πόντοι, τα «κρίσιμα» χρονικά περιθώρια, τα οποία θεωρούμε ότι αποτελούν τους προπομπούς της εξέλιξης ενός αγώνα. Ένας πόντος, ακόμη και αν είναι το ματς μπολ στο τένις, είναι τόσο κρίσιμος όσο και οι υπόλοιποι πόντοι του αγώνα, οι οποίοι έχουν την ίδια βαρύτητα για την εξέλιξη του παιχνιδιού. Μεγαλώνοντας την κρισιμότητα αυξάνουμε τη συναισθηματική μας διέγερση και θα απολέσουμε σταδιακά τον έλεγχο.
Η έννοια του φαβορί αποτελεί ένα μύθο ακόμη στον αθλητισμό, καθώς για πολλούς καθορίζει εκ των προτέρων την εξέλιξη του αγώνα. Ο τρόπος με τον οποίο εκλαμβάνουν οι αθλητές τη λέξη και το ρόλο του «φαβορί», καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και την επίδραση που μπορεί να έχει στους μετέχοντες στην αγωνιστική διαδικασία. Υπάρχουν φαινομενικά δύο θεωρήσεις της έννοιας «φαβορί»: Η θετική διάσταση του φαβορί αναφέρεται στον αθλητή, ο οποίος βιώνει την αίσθηση υπεροχής, αισθάνεται ικανός και προετοιμασμένος, αντλεί σιγουριά από τις επιτυχίες του παρελθόντος, εκείνες που του έδωσαν τη δυνατότητα να είναι το φαβορί. Η αρνητική διάσταση αναφέρεται στην «υποχρέωση» που δημιουργεί στον αθλητή να «ξανακερδίσει οπωσδήποτε», στη διαδικασία επιβεβαίωσης ενός άτυπου τίτλου. Η θετική ερμηνεία γεμίζει με αυτοπεποίθηση τον αθλητή, ενώ η αρνητική με άγχος και πίεση. Καμία από τις δύο ερμηνείες δεν δίνει τη νίκη ή την ήττα αλλά επιδρά στη συναισθηματική κατάσταση του αθλητή και κατ’ επέκταση στην απόδοσή του στον αγώνα.
Υπάρχουν αρκετοί μύθοι που είναι συνυφασμένοι με το κάθε άθλημα ξεχωριστά, όπως για παράδειγμα αυτό που λέγεται στη σφαιροβολία, ότι αν η πρώτη βολή είναι στα 18 μέτρα, το καλύτερο που μπορείς να κάνεις στη συνέχεια είναι ένα μέτρο περισσότερο. Τέτοιου είδους μυθοπλασίες λειτουργούν στην επιστήμη της Ψυχολογίας ως «αυτό-εκπληρούμενες προφητείες»: πραγματοποιείται αυτό που πιστεύαμε ότι θα γίνει, επιβεβαιώνουμε, ίσως και χωρίς να το θέλουμε, τον εαυτό μας. Οι μύθοι είναι προσωπικά ανυπέρβλητα εμπόδια, τα οποία εμείς δημιουργούμε, εμείς καλλιεργούμε και διατηρούμε, συνεισφέροντας στην ενίσχυσή τους, άθελά μας. Η ενδεικνυόμενη στάση είναι να αντιμετωπίζει κανείς κάθε κατάσταση ξεχωριστά μεν, αλλά με την πραγματική της διάσταση δε. Η ρεαλιστική θεώρηση των πραγμάτων είναι το «αντίδοτο» στην διατήρηση των μύθων, μας αποτρέπει από το να ενισχύουμε τις ανασφάλειές μας, πιστεύοντας στην ύπαρξη υπερφυσικών δυνάμεων που συνωμοτούν για την προσωπική μας επιτυχία ή αποτυχία. Όπου υπάρχουν μύθοι υπάρχουν και θαύματα για τα οποία ο Αινστάιν είχε την εξής άποψη: «υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι, εκείνοι που πιστεύουν στα θαύματα και εκείνοι που τα δημιουργούν. Οι πρώτοι πιστεύουν στην τύχη και οι δεύτεροι στη σκληρή δουλειά».
Ζαρώτης Γιάννης
Ψυχολόγος-Αθλητικός Ψυχολόγος
Learn More
«Η πρώτη επαφή»
Η εισαγωγή του παιδιού στο περιβάλλον του αθλητισμού αποτελεί μια διαδικασία «παράξενη» για τα περισσότερα παιδιά, όσο τους κοστίζει συναισθηματικά, κυρίως, ο αποχωρισμός από τους γονείς. Το αθλητικό πλαίσιο, για πολλά παιδιά αποτελεί το πρώτο περιβάλλον κοινωνικής ένταξης, μετά την οικογένεια. Εκεί θα γνωρίσουν διαφορετικούς ανθρώπους, θα αλληλεπιδράσουν με άγνωστους προπονητές, θα κάνουν φίλους, με τη βοήθεια των οποίων θα αρχίσουν σταδιακά να δομούν βασικές έννοιες, όπως την αποδοχή και την αυτοεκτίμηση. Ο προπονητής των παιδιών, ο οποίος έχει αναλάβει το ρόλο να εισάγει τα παιδιά στο αθλητικό περιβάλλον, έχει μια παραπάνω ευθύνη, καθώς καλείται σε αρκετές περιπτώσεις να «μιμηθεί» συμπεριφορές των γονέων, να επιδείξει δεκτικότητα και ευχάριστη διάθεση, ώστε να δώσει στον νεαρό αθλητή την αίσθηση του ευχάριστου περιβάλλοντος, αναφερόμενος στο πλαίσιο του αθλητισμού. Είναι ο πρώτος άνθρωπος τον οποίο καλείται το παιδί να εμπιστευτεί, κάτι που μέχρι τώρα είχε περιοριστεί στους γονείς. Είναι ο άνθρωπος που θα μεταδώσει τόση σιγουριά και θετική διάθεση στο παιδί, ώστε να παραμείνει στο χώρο τώρα, αφήνοντας τους γονείς για λίγο, αλλά και στο μέλλον, επιλέγοντας το περιβάλλον του αθλητισμού, ως μια από τις κύριες δραστηριότητές του. Η «ευθύνη» της πρώτης επαφής αλλά και της συνέχισης της σχέσης, είναι στοιχεία τα οποία επωμίζεται ο προπονητής. Η στάση του θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την αίσθηση που θα αποκομίσει ο αθλητής στην πρώτη επαφή και αν «η αρχή αποτελεί το ήμισυ του παντός», τότε η ομαλή εισαγωγή και προσαρμογή του παιδιού θα συμβάλλει στην εμπλοκή του στο αθλητικό πλαίσιο.
Γιάννης Ζαρώτης
Ψυχολόγος-Αθλητικός Ψυχολόγος
Learn More
Γονέας και Προπονητής!
Και γονέας και προπονητής!
Στο περιβάλλον του αθλητισμού αναπτύσσονται συχνά καταστάσεις, οι οποίες εκφράζουν ταυτόχρονα προσωπικά διλήμματα και εσωτερικές συγκρούσεις από τη μία και έντονες διαπροσωπικές αντεγκλήσεις από την άλλη. Φαινομενικά δείχνουν ιδανικές, αν αναλυθούν ωστόσο περισσότερο, καταδεικνύονται οι προβληματικές που εμπεριέχονται. Μια από τις πιο δύσκολες συνθήκες που εμφανίζονται στο αθλητικό πλαίσιο είναι η «επιλογή» του γονέα να διατηρεί ταυτόχρονα δύο ιδιότητες, την αυτονόητη και εκείνη του προπονητή.
Η βασική δυσκολία έγκειται στην αδυναμία του γονέα-προπονητή και του παιδιού-αθλητή να διαχωρίσουν τους ρόλους τους, παρατηρείται σύγχυση των ρόλων, των απαιτήσεων και των υποχρεώσεων του ενός προς τον άλλο. Ο γονέας στο αθλητικό πλαίσιο προσπαθεί να παρέχει συναισθηματική υποστήριξη, ενώ ο προπονητής επωμίζεται κυρίως την τεχνική καθοδήγηση του αθλητή. Η συνύπαρξη των δύο ρόλων, αναδεικνύει συνήθως ένα έντονα συναισθηματικά φορτισμένο προπονητή, ο οποίος εκφράζεται μέσα από τον εκνευρισμό, την απογοήτευση, τη στεναχώρια, τον ενθουσιασμό, όλα σε υπερθετικό βαθμό, όπως και η διπλή ιδιότητά του. Μια ιδιότητα η οποία ακολουθεί τον προπονητή και στο σπίτι, όπου «κανονικά» θα αναλάμβανε τον ρόλο του γονέα, η σημαντικότητα όμως του αγώνα που «πέρασε» και τα έντονα συναισθήματα που άφησε, πυροδοτούν διαδοχικές συζητήσεις και στο οικογενειακό περιβάλλον της προπόνησης! Για τον αθλητή και τον γονέα σ’ αυτή την περίπτωση, η προπόνηση και ο αγώνας δεν τελειώνουν σχεδόν ποτέ, τοποθετώντας τους όλο και πιο βαθιά στους ρόλους τους. Το ερώτημα που εγείρεται πρώτιστα είναι το πότε πραγματικά αποφορτίζονται;
Ο αθλητής βιώνει περισσότερο έντονα την πεποίθηση ότι η αποδοχή του ως υιού ή κόρης από τον γονέα του, περνάει μέσα από την επιτυχημένη εμφάνιση στον αγώνα την οποία καλείται να αξιολογήσει ανάλογα ο προπονητής που είναι ο γονέας του! Για τον αθλητή οι απαιτήσεις εμφανίζονται να είναι πολλαπλάσιες.
Παράλληλα, ο αθλητής νιώθει ασφαλής στον αγωνιστικό χώρο εξαιτίας πιθανόν του συναισθηματικού δεσμού με τον γονέα που είναι «πάντα» παρών στο χώρο της προπόνησης και του αγώνα, ωστόσο κάποια στιγμή θα συνειδητοποιήσει ότι θα χρειαστεί να ζήσει μόνος του, να αυτονομηθεί, τόσο στην καθημερινότητά του όσο και στον αθλητισμό. Η «αποδέσμευση» σε εκείνη τη χρονική στιγμή θα είναι τόσο δύσκολη όσο και αναγκαία. Ανάλογα δύσκολο είναι και για τον γονέα να αποδεσμευτεί από τη «στενή προσκόλληση» καθώς ο ιός της υπερπροστατευτικότητας προσβάλλει εύκολα αυτές τις σχέσεις!
Η διπλή ιδιότητα του γονέα-προπονητή είναι δύσκολη, χωρίς να είναι ανέφικτη. Θα χρειαστεί ειδική διαχείριση και μεγάλη υπομονή. Φαινομενικά είναι ιδανική, αν αναλυθεί ωστόσο περισσότερο, καταδεικνύει ότι υποθάλπεται μια σύγκρουση ρόλων, η οποία ορισμένες φορές καταλήγει σε «απομακρυσμένη» συνύπαρξη.
Γιάννης Ζαρώτης
Ψυχολόγος-Αθλητικός Ψυχολόγος
Learn More
Διαχείριση της αποτυχίας
Διαχείριση της αποτυχίας
Αν υπάρχει μία βεβαιότητα στον αθλητισμό, είναι ότι ο καθένας, ανεξάρτητα από το πόσο καλός είναι, κάποια στιγμή θα βιώσει την αποτυχία και την απογοήτευση. Το σημαντικό ερώτημα είναι, πώς θα ανταποκριθεί σε μια πιθανή αποτυχία;
Ο Michael Jordan (ο μεγαλύτερος αθλητής του μπάσκετ όλων των εποχών), έχει δηλώσει: «Έχω χάσει πάνω από 9000 βολές στην καριέρα μου. Έχω χάσει σχεδόν 300 παιχνίδια. 26 φορές, μου έχουν εμπιστευθεί το τελευταίο σουτ, ώστε να κερδίσουμε το παιχνίδι, και εγώ το έχασα. Έχω αποτύχει ξανά και ξανά και ξανά στη ζωή μου. Και αυτός είναι ο λόγος που πέτυχα!».
Το σημείο κλειδί στη διαχείριση της αποτυχίας είναι να καλλιεργήσει ο αθλητής μια «μετρημένη αισιοδοξία», ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει την οποιαδήποτε αποτυχία και θα του επιτρέψει να είναι πιο ανθεκτικός.
Περιγράφονται τρεις τρόποι με τους οποίους μπορεί κάποιος να διαχειριστεί την αποτυχία:
Καταμερισμός ευθύνης
Η αποτυχία είναι μια κατάσταση που εγείρει στενάχωρη διάθεση, δημιουργεί αρνητικά συναισθήματα. Ο συναισθηματικός πόνος οδηγεί το άτομο στο να σταματήσει να σκέφτεται με τη λογική. Στο σημείο της ανάληψης της ευθύνης για την αποτυχία, υπάρχουν δύο μεγάλες «παγίδες». Η πρώτη αναφέρεται στη λήψη υπερβολικής ευθύνης για το αποτέλεσμα: «Είμαι απελπισμένος, δεν έκανα τίποτα σωστό, δεν είμαι αρκετά ικανός, φταίω για όλα» και αρκετές άλλες εκφράσεις που περιγράφουν την απαξίωση του εαυτού. Ωστόσο, η προσπάθεια απαξίωσης του εαυτού δεν βοηθά τον αθλητή να ανακάμψει. Η δεύτερη «παγίδα» είναι να ληφθεί ελάχιστη ευθύνη, όπου περιγράφεται μια κατάσταση στην οποία φταίνε όλοι εκτός από τον ίδιο τον αθλητή: «Ήταν οι κακές καιρικές συνθήκες, ήταν σφάλμα του προπονητή μου, ήμουν άτυχος……».
Οι υψηλού επιπέδου αθλητές είναι πολύ ειλικρινείς με τον εαυτό τους στον καταλογισμό της ευθύνης και έχουν αναπτύξει υψηλή συνειδητότητα για την ανάλυση της απόδοσής τους. Γνωρίζουν τι μπορούν να ελέγξουν και που θα αναζητήσουν την βελτίωση της απόδοσής τους. Εξάλλου «ο καλός είναι εκείνος που καταλαβαίνει τα λάθη του και μπορεί να τα διορθώσει πιο γρήγορα από τους άλλους». Είναι πολύ σαφείς και ξεκάθαροι για τα πράγματα που μπορούν οι ίδιοι να ελέγξουν και να επηρεάσουν, και για όσα δεν μπορούν. Έτσι δεν θα κατηγορήσουν τον άνεμο ή τις καιρικές συνθήκες – αλλά θα εξετάσουν πόσο καλά προετοιμασμένοι ήταν για κακές καιρικές συνθήκες και θα αναλύσουν την τακτική τους για την αντιμετώπισή τους. Λαμβάνοντας την ανάλογη ευθύνη σημαίνει ότι θα μάθουν από μια κακή απόδοση και θα «εξοπλιστούν» καλύτερα για τον επόμενο αγώνα. Στην πορεία για την αναζήτηση του ιδανικού εαυτού του, ο κάθε αθλητής καλείται να γνωρίζει τα τρωτά του σημεία και να τα διορθώνει, καλείται να γνωρίζει ότι λαμβάνει την ευθύνη που του αναλογεί για να καρπώνεται και την επιτυχία που του αναλογεί!
Δείτε τη μεγάλη εικόνα!
Όταν ο αθλητής έχει απογοητευθεί καθώς δεν μπορεί να αφήσει πίσω μια κακή απόδοση ρίχνει μια μεγάλη σκιά στο μέλλον. Αυτό οδηγεί στο να νιώθει αβοήθητος και χωρίς κίνητρο, γιατί φαίνεται σαν να μην υπάρχει ελπίδα αλλαγής της κατάστασης. Εισέρχεται σε μια κατάσταση που ονομάζεται «μαθημένη αβοηθητότητα», από την οποία φαίνεται να υπάρχει τρόπος διαφυγής, σύμφωνα με τον αθλητή. Αναφέρεται ότι «όταν τελειώνει ένας αγώνας, αρχίζει ο επόμενος», ώστε να τονιστεί η σημασία του να διαπραγματευτεί ο αθλητής με επάρκεια την πιθανή αποτυχία του, με σκοπό να μην επηρεάσει και την μελλοντική του απόδοση. Οι αισιόδοξοι αθλητές είναι περισσότερο αποτελεσματικοί στην αντιμετώπιση καταστάσεων απογοήτευσης, θεωρώντας ότι «αύριο είναι μια άλλη μέρα». Εστιάζουν την συγκέντρωση και εναποθέτουν την ενέργειά τους στην προετοιμασία για τον επόμενο αγώνα, αντί να βυθίζονται στην απομόνωση και τον οίκτο για τον εαυτό τους για έναν αγώνα που έχει μόλις τελειώσει! Έτσι, λαμβάνουν ό,τι χρήσιμο από έναν κακό αγώνα, τον αφήνουν στο παρελθόν και προετοιμάζονται για το μέλλον. Ο Άτο Μπόλτον, κορυφαίος αθλητής της δεκαετίας του ’90 στα 100 μέτρα στο στίβο, είχε δηλώσει για το αποτέλεσμα ενός αγώνα: «όταν χάνεις, το καλό είναι ότι η επόμενη ημέρα είναι μια άλλη ημέρα και όλα ξεκινούν από το μηδέν. Όταν κερδίζεις, το κακό είναι ότι η επόμενη ημέρα είναι μια άλλη ημέρα και όλα ξεκινούν από το μηδέν!»
Κρατήστε την επίδραση του αποτελέσματος σε περιορισμό!
Ο αθλητισμός είναι πολύ σημαντικός για όσους συμμετέχουν σ΄ αυτόν, είναι ένα μέρος της ζωής τους. Ωστόσο δεν είναι το μόνο! Ο αθλητισμός αναφέρεται ως «το σημαντικότερο δευτερεύον πράγμα στη ζωή», θέλοντας να τονιστεί η αξία της προσωπικής ευημερίας, των σημαντικών ανθρώπων στη ζωή ενός ατόμου, η ίδια η κατάσταση της υγείας του. Όταν ο αθλητής αφήνει το αποτέλεσμα να επηρεάσει και τα υπόλοιπα κομμάτια της ζωής του, τότε μοιραία η απογοήτευση θα κρατήσει πολύ περισσότερο και θα του δημιουργήσει προβλήματα και στην υπόλοιπή του ζωή.
Το πραγματικό και μόνιμο όφελος από τον αθλητισμό και την συμμετοχή σε αγώνες ίσως δεν βρίσκεται στους καταλόγους των μεταλλίων ή στο αποτέλεσμα του κάθε αγώνα. Προέρχεται από ό, τι μαθαίνει κανείς για τον εαυτό του και πώς μπορεί να εφαρμόσει τα διδάγματα αυτά μέσα στην καθημερινή του δραστηριότητα. Η αποτυχία είναι πιο αποτελεσματική δασκάλα από ό, τι η επιτυχία – αλλά είναι ωφέλιμο να παίρνει ο καθένας πληροφορίες και από τις δυο καταστάσεις!
Γιάννης Ζαρώτης
Ψυχολόγος-Αθλητικός Ψυχολόγος
Learn More
Το σύνδρομο του Πρωταθλητή
Ο αθλητισμός και κατ’ επέκταση ο πρωταθλητισμός περιλαμβάνουν πληθώρα καταστάσεων, θετικών και αρνητικών, οι οποίες σχετίζονται με τη συμμετοχή των αθλητών. Στο πλαίσιο του «υψηλού» αθλητισμού κάνουν την εμφάνισή τους τα «σύνδρομα», καταστάσεις οι οποίες τονίζονται ιδιαίτερα και σχετίζονται με τη συμπεριφορά και απόδοση των αθλητών. Το σύνδρομο, είναι μια σειρά από συμπτώματα, τα οποία κάνουν την εμφάνισή τους ως συνοδά της ίδιας εξωτερικής ή εσωτερικής εικόνας, η προέλευση των οποίων ωστόσο, δεν έχει εξακριβωθεί.
Συχνά στον αθλητισμό γίνεται λόγος για το «σύνδρομο του πρωταθλητή», το οποίο εμφανίζεται πιο συχνά σε αθλητές υψηλού επιπέδου, ιδίως στο αποκορύφωμα της καριέρας τους, και αφορά ένα ποσοστό 1-2% του πληθυσμού που βρίσκεται στον «υψηλού επιπέδου» αθλητισμό. Παρουσιάζεται σε αθλητές τόσο ατομικών όσο και ομαδικών αθλημάτων και χαρακτηρίζει τον αθλητή που έχει φτάσει σε υψηλό επίπεδο αθλητικού και κοινωνικού γοήτρου, ο οποίος ωστόσο, έχει διαφοροποιηθεί ως προς την απλότητα των επιδιώξεων και των στόχων, με τους οποίους ξεκίνησε τον αθλητισμό. Η διασκέδαση της συμμετοχής και η αναζήτηση της «ομάδας» αντικαταστάθηκαν από το «πρέπει», την αντιλαμβανόμενη ανάγκη διατήρησης των «κεκτημένων», το φόβο του σταθερού κινδύνου απώλειας της εκτίμησης των άλλων, την απειλή του χρόνου (ως προς τη διάρκεια της καριέρας) και τα οικονομικά οφέλη, προεξάρχοντος του κέρδους.
Στις περιπτώσεις αυτές ο αθλητισμός από διασκέδαση και ικανοποίηση μεταβάλλεται σε κάτι επιβαρυντικό και πιεστικό. Μαζί με την αναγνώριση ο πρωταθλητής συναντά διάφορες «ψυχοτραυματικές» καταστάσεις, όπως η δυσκολία προσαρμογής στην «εύκολη» ζωή και στη φήμη που αποκτήθηκαν πολύ γρήγορα, από μια προσωπικότητα όχι πάντα ώριμη για μια τόσο απότομη και ολοκληρωτική αλλαγή των συνθηκών του περιβάλλοντος. Βιώνει ανασφάλεια, η οποία πηγάζει από τη μεταβολή της αυτοεκτίμησης, ως συνεπακόλουθο της απώλειας εκτίμησης των γύρω του προς εκείνον, με βάση την έκβαση των αγωνιστικών αποτελεσμάτων και υπερεκτίμησης κάποιων πραγμάτων, τα οποία «τροφοδοτούσαν» τηνυπέρλαμπρη εικόνα του. Η αγωνιστική φόρτιση και το άγχος στους αθλητές υψηλού επιπέδου, επιτείνονται από το κοινό, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και την οικογένεια, καθώς και από τον «επαγγελματικό» χαρακτήρα της «κάποτε» διασκέδασής τους.
Τα συμπτώματα του συνδρόμου αποτελούν συνήθως:
1)Συμπεριφορά προερχόμενη από υπερβολική και όχι πλήρως μετουσιωμένη επιθετικότητα, την οποία «αναγκάζεται» να παράγει ο αθλητής, κάτω από το βάρος του συναγωνισμού. Σε πολλές περιπτώσεις, υποτιμά την ικανότητα των άλλων και εμφανίζει «θεατρική» συμπεριφορά. Απαιτεί περισσότερη ελευθερία, εκτίμηση και χρήματα. Θέλει να ασχολείται υπερβολικά και άκαιρα με προβλήματα οργανωτικά, τακτικής και τεχνικής, ενώ δίνει συνεντεύξεις στον Τύπο. Προοδευτικά έχουμε την εικόνα απώλειας της αυθεντικότητας και της δημιουργίας ενός ψεύτικου σκηνικού, όπου αυτός είναι ο άνθρωπος θέαμα, ο άνθρωπος είδηση, ο άνθρωπος της ημέρας.
2)Με την παρουσίαση συμπτωμάτων προερχόμενα από εξάρσεις άγχους. Η ανάγκη διατήρησης με κάθε κόστος του γοήτρου, επιβάλλουν σ΄ αυτόν να αναζητά αστήρικτες δικαιολογίες όπως, τη φυσική κατάσταση, τον αγώνα «μειωμένης σημασίας» κ.ά. σε κάθε κακή του απόδοση. Πολλές φορές επενδύει κατά τρόπο βεβιασμένο και μη παραγωγικό τα χρήματα που κερδίζει από τον αθλητισμό, με σκοπό να ισοσταθμίσει και να θεραπεύσει την ανασφάλεια που νιώθει, ανοίγοντας με τον τρόπο αυτό ένα δεύτερο μέτωπο άγνωστο σ΄ αυτόν, με αποτελέσματα μη παραγωγικά και ενίοτε χαοτικά. Από τα παραπάνω ξεκινά μια μακρά σειρά λαθών με τελική κατάληξη την εξαναγκαστική απόσυρση.
Το «σύνδρομο του πρωταθλητή» δεν είναι, ωστόσο, σύμφυτο με τον υψηλό αθλητισμό, ούτε και υπάρχει εκ των προτέρων, ως τελικό αποτέλεσμα της συμμετοχής των αθλητών στο επίπεδο του υψηλού αθλητισμού. Εμφανίζεται και καλλιεργείται σε προσωπικότητες, οι οποίες παρουσιάζουν μια ανισορροπία μεταξύ απαιτήσεων και ικανοτήτων, μια δυσκολία να διαχειριστούν καταστάσεις, τις οποίες τα ίδια τα άτομα προκαλούν, χωρίς ωστόσο να έχουν εκπαιδευθεί να τις θέτουν υπό έλεγχο. Η δομή της προσωπικότητας, τα στοιχεία τα οποία αποκτούν οι μικροί σε ηλικία αθλητές, είναι σαφέστατα βασικοί παράγοντες για την μετέπειτα διαχείριση της «μεγάλης» προσωπικής εικόνας. Πολλοί αθλητικοί σύλλογοι, θέλοντας να ενισχύσουν και να θωρακίσουν προς αυτή την κατεύθυνση τους αθλητές τους, προβάλλουν και προάγουν τη σημασία της καλλιέργειας και της εκπαίδευσης από μικρές ηλικίες. Ο αθλητισμός παρέχει απλόχερα τη δυνατότητα να αναπτύξουν οι αθλητές την έννοια της αυτοσυνειδητότητας, να κατανοούν δηλαδή σε κάθε περίπτωση «τι μπορούν και τι δεν μπορούν» να αντιμετωπίσουν και ποιά στοιχεία τους χρειάζονται περαιτέρω βελτίωση, για την ομαλή παραμονή και ευημερία τους στο περιβάλλον του αγωνιστικού αθλητισμού.
Ο ρόλος των συλλόγων και των ομάδων είναι να δημιουργήσουν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο θα παρέχονται πολλά από τα εφόδια που αναζητά η ανθρώπινη ύπαρξη για την ανάπτυξη και περαιτέρω εξέλιξή της.
Ένα πλαίσιο το οποίο θα εστιάσει στον αθλητή, θα αξιολογήσει τις ανάγκες του, θα σχεδιάσει με βάση το μέλλον του και θα του προσφέρει τη δυνατότητα να αναπτύξει τρόπους διαχείρισης και αντιμετώπισης καταστάσεων, οι οποίες θα καθορίσουν την αθλητική του καριέρα και την μετέπειτα ζωή του.
Γιάννης Ζαρώτης
Ψυχολόγος-Αθλητικός Ψυχολόγος
Learn More
Η «προπόνηση» του καλοκαιριού
Για πολλούς αθλητές το καλοκαίρι αποτελεί μια χρονική περίοδο κατά την οποία σταματούν ή μειώνουν σε μεγάλο βαθμό τις αθλητικές τους δραστηριότητες. Εισέρχονται σε μια χρονική περίοδο όπου το πρόγραμμά τους διαφοροποιείται και οι καθημερινοί ρυθμοί μειώνονται δραστικά. Αποτελεί ωστόσο πολλές φορές σημείο προβληματισμού το κατά πόσο μπορεί ένας αθλητής να σταματήσει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα την προετοιμασία του και πόσο δύσκολο θα του είναι να επιστρέψει στις αγωνιστικές υποχρεώσεις της νέας χρονιάς. Τα σημεία προβληματισμού αναφέρονται σε ορισμένα βασικά στοιχεία:
Απώλεια ρυθμού
Ο κύριος φόβος των αθλητών είναι η απώλεια του ρυθμού και της αθλητικής καθημερινότητας με αποτέλεσμα να συναντήσουν μεγάλες δυσκολίες στην επιστροφή τους. Το σημείο αυτό προβληματισμού αποτελεί μια πραγματικότητα καθώς ο ρυθμός είναι τόσο σωματική όσο και ψυχολογική διαδικασία και όσο περισσότερο χρόνο μείνει ο αθλητής μακριά από τη δραστηριότητά του τόσο περισσότερο θα δυσκολευτεί να προσαρμοστεί ξανά. Η καθημερινότητα του αθλητή είναι η συνήθειά του, είναι ο τρόπος ζωής του και η αλλαγή της δημιουργεί ανασφάλεια και αμφιβολία. Για το λόγο αυτό προτείνεται σε πολλούς αθλητές κατά τη διάρκεια των διακοπών τους να αξιοποιούν το χρόνο τους κάνοντας «ενεργητική ξεκούραση», βλέποντας βίντεο διάφορων αγώνων ή του ίδιου τους του εαυτού, ώστε να διατηρούν «ζωντανές» τις εικόνες, βοηθώντας τους στην επιστροφή.
Έλλειψη της «καθημερινότητας»
Η καθημερινότητα και η συνήθεια που αναπτύσσουν οι αθλητές περιλαμβάνει την προπόνηση σε σχεδόν ημερήσια βάση. Δομούν ένα καθημερινό πρόγραμμα, λειτουργούν «αυτόματα», ακόμη και βιολογικά το σώμα τους «ετοιμάζεται» πριν την προπόνηση. Κατά την περίοδο της ξεκούρασης το πρόγραμμα διαφοροποιείται και η ημέρα για αρκετούς φαντάζει άδεια και βαρετή. Ωστόσο, με σκοπό την αξιοποίηση του χρόνου ξεκούρασης, θα ήταν ωφέλιμο για τον αθλητή να πραγματοποιεί δραστηριότητες οι οποίες του προσφέρουν ευχάριστη διάθεση και «υποκαθιστούν» κατά ένα τρόπο την ικανοποίηση και την ευχαρίστηση που αντλούν όλο το χρόνο από την προπονητική τους διαδικασία. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί από τους αθλητές, ενώ πιστεύουν ότι κατά τις διακοπές δεν θα «κάνουν τίποτα», εντούτοις όμως μετά τις πρώτες ημέρες ενεργοποιούνται αναζητώντας οποιαδήποτε δραστηριότητα.
Αλλαγή διάθεσης
Είναι απαραίτητο για τους αθλητές να αναζητήσουν δραστηριότητες εκτός προπόνησης, οι οποίες τους είναι ευχάριστες, παρέχουν ικανοποίηση και ευεξία. Είναι η χρονική περίοδος κατά την οποία μπορούν να εστιάσουν στις κοινωνικές τους επαφές, τις «απαγορευμένες» βραδινές εξόδους, κάποιες καταστάσεις που πιθανόν να αποφεύγουν κατά τη διάρκεια της αγωνιστικής περιόδου. Η μετρημένη, ωστόσο, απομάκρυνση από το σύνηθες πρόγραμμά τους θα τους κρατήσει «εντός πλαισίου», διευκολύνοντας την επιστροφή τους, καθότι ο αθλητής παραμένει αθλητής και στις περιόδους ξεκούρασης.
Ενέργεια σωματική και ψυχική
Η διακοπή των αγωνιστικών υποχρεώσεων παρέχει την καλύτερη ευκαιρία για ξεκούραση, σωματική και ψυχική, αποφόρτιση από το πρόγραμμα και την πίεση της προπονητικής καθημερινότητας. Είναι το χρονικό σημείο όπου θα «παραβιαστούν» κάποιοι κανόνες με σκοπό να ενισχυθεί η ύπαρξή τους με την επανέναρξη των δραστηριοτήτων, είναι η περίοδος όπου η εξαίρεση επιβεβαιώνει τον κανόνα! Η καλοκαιρινή περίοδος χρειάζεται να αξιοποιηθεί από τον αθλητή, ώστε να «αποκαταστήσει» τη σωματική του κατάσταση και να επαναφορτιστεί ψυχικά τονίζοντας την ανθεκτικότητα που θα χρειαστεί για την επόμενη σαιζόν. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι αθλητές, οι οποίοι δεν εκμεταλλεύονται τον χρόνο ξεκούρασης δυσκολεύονται στην επιστροφή τους, ενώ παράλληλα εμφανίζουν σημάδια κόπωσης σχετικά νωρίς στη νέα αγωνιστική χρονιά.
Επίπεδο ενασχόλησης και χρόνος ξεκούρασης
Είναι διακριτές οι διαφορές στο χρόνο ξεκούρασης που χρειάζονται οι αθλητές σε σχέση με το επίπεδό τους. Οι αθλητές υψηλού επιπέδου δεν σταματούν τη δραστηριότητά τους για διάστημα μεγαλύτερο των τριών εβδομάδων, κατά το οποίο διάγουν «ενεργητική ξεκούραση». Οι νεαροί σε ηλικία αθλητές απαιτείται να ξεκουραστούν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, σκεπτόμενοι ότι «χτίζουν» τη σωματική και πνευματική δομή που θα τους συνοδεύει στο μέλλον και χρειάζεται να δομήσουν σταθερά «θεμέλια». Οι μικροί σε ηλικία αθλητές κουράζονται πιο γρήγορα από την αγωνιστική χρονιά, λιγότερο σωματικά και περισσότερο σε επίπεδο προσδοκιών και απαιτήσεων, οπότε και η καλοκαιρινή περίοδος είναι ευκαιρία να αποβάλλουν την πίεση και να κρατήσουν τη θετική εικόνα του αθλήματος, απαραίτητη για την εξέλιξη της πορείας τους.
Αναπροσαρμογή στόχων
Η χρονική περίοδος των διακοπών δίνει στους αθλητές και μια πολύ καλή ευκαιρία να επανεκτιμήσουν την αθλητική τους πορεία, να αξιολογήσουν την εξέλιξή τους, να αναπροσαρμόσουν πιθανόν κάποιους από τους στόχους τους. Αυτό είναι εφικτό στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο όπου συναισθηματικά είναι περισσότερο ουδέτεροι, η σκέψη τους γίνεται πιο καθαρή, καθώς αποφασίζεις και σκέφτεσαι πιο καθαρά όταν δεν είσαι μέσα στο «πρόβλημα». Έχουν τη δυνατότητα να προβούν σε κάποιες πιθανές διαφοροποιήσεις για τη νέα σαιζόν, κυρίως αν δεν είναι ευχαριστημένοι από τα έως στιγμής αποτελέσματά τους. Θα ήταν ανώφελο και μη λειτουργικό από την πλευρά τους να κάνουν τα ίδια πράγματα και να περιμένουν διαφορετικά αποτελέσματα!
Η καλοκαιρινή περίοδος για τους αθλητές είναι ωφέλιμη χρονική περίοδος εάν αξιοποιηθεί προς όφελός τους. Όσο σημαντική είναι η προπόνηση τόσο σημαντική είναι και η ξεκούραση και θα χρειαστεί να αντιμετωπίζεται με τη σοβαρότητα που αντιμετωπίζεται η προπόνηση! Αποτελεί εξάλλου ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των υψηλού επιπέδου αθλητών η διαχείριση και αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου.
Ζαρώτης Γιάννης
Ψυχολόγος-Αθλητικός Ψυχολόγος
Learn More
Αθλητισμός-Πρωταθλητισμός στην «υπηρεσία» του παιδιού
Η προσφορά του αθλητισμού στην ανάπτυξη της προσωπικότητας και στην πορεία εξέλιξης του ατόμου τίθεται αρκετές φορές σε αμφιβολία. Ο αθλητισμός ως έννοια δεν θεωρείται κάτι «καλό» ή «κακό», χωρίς την παρεμβολή του ανθρώπου. Ο τρόπος με τον οποίο επιλέγουμε να κάνουμε αθλητισμό, οι συμπεριφορές που αναπτύσσονται, οι αξίες που καλλιεργούνται, οι στόχοι και ο τρόπος επίτευξής τους είναι ορισμένα από τα στοιχεία που καθορίζουν την ανάδειξη του αθλητισμού σε κάτι ωφέλιμο ή μη.
Σε αντιστοιχία με την έννοια του αθλητισμού, βρίσκεται και ο πρωταθλητισμός. Ρωτώντας έναν αθλητή υψηλού επιπέδου, για τη διαφοροποίηση των δύο εννοιών, εκείνος απάντησε ότι η μόνη διαφορά είναι ότι στον πρωταθλητισμό απαιτούνται (από τον εαυτό σου) περισσότερες ώρες προπόνησης, αναζητώντας την παραμικρή λεπτομέρεια και βελτίωσή της, σε σχέση με τον καθημερινό αθλητισμό.
Ο πρωταθλητισμός είναι ίσως η εξέλιξη χρονικά και ποιοτικά της έννοιας του αθλητισμού. Επιδιώκοντας πρωταθλητισμό, για τον αθλητή σημαίνει, ότι αφιερώνει αρκετές ώρες καθημερινά για προπόνηση, εστιάζει σε λεπτομέρειες, καθορίζει την καθημερινότητά του με βάση τις αθλητικές του δραστηριότητες, το άθλημα βρίσκεται σε προτεραιότητα σε σχέση με τις υπόλοιπες υποχρεώσεις του.
Για να φτάσει ο αθλητής σε αυτό το επίπεδο, έχει περάσει από διάφορα στάδια εξέλιξης της καριέρας του, μέσα από τα οποία έχει αποκτήσει ανοχή και αντοχή, ψυχική και σωματική ισορροπία, συναισθηματική ωριμότητα για να αντέξει την πίεση και τις απαιτήσεις του πρωταθλητισμού.
Είναι σημαντικό να διαχωριστεί ο πρωταθλητισμός με την επιδίωξη της πρώτης θέσης και μόνο, καθώς οι αθλητές υψηλού επιπέδου, επιδιώκουν κυρίως την προσωπική τους βελτίωση, η οποία στο επίπεδο που ήδη βρίσκονται, τους δίνει και τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η προσωπική εξέλιξη του αθλητή είναι εκείνη που τον θέτει σε επίπεδο πρωταθλητισμού, ώστε να επιδιώκει και τις πρώτες θέσεις.
Τα παραπάνω στοιχεία, ως προϋποθέσεις για τον πρωταθλητισμό, τον καθιστούν εξαρχής μια δύσκολη συνθήκη για τους αθλητές μικρών ηλικιών. Και αυτό γιατί, εμφανίζονται μια σειρά από ανυπέρβλητες, πολλές φορές, δυσκολίες για την εισαγωγή του πρωταθλητισμού σε νεαρούς σε ηλικία αθλητές.
Το κυριότερο ίσως στοιχείο αναφέρεται στο κίνητρο για το οποίο τα παιδιά εισέρχονται στον αθλητισμό. Οι έρευνες δείχνουν ότι οι κυριότεροι λόγοι για τους οποίους τα παιδιά αθλούνται είναι για να «παίξουν», να γνωρίσουν φίλους, να νιώσουν την αίσθηση της επίτευξης, να διασκεδάσουν τη συμμετοχή τους. Το κίνητρο των παιδιών και η ικανοποίησή τους είναι να αισθανθούν μέλη του συνόλου, να αρχίζουν σταδιακά να χτίζουν την αυτοεκτίμησή τους, επιτυγχάνονται μέσα από τον αθλητισμό. Στο σημείο αυτό, ο πρωταθλητισμός θέτει σε αμφιβολία τόσο την ομαλή συνύπαρξη των παιδιών μεταξύ τους όσο και τη διασκέδασή τους, καθώς παύει να είναι παιχνίδι και γίνεται «κυνήγι της πρώτης θέσης».
Είναι εξίσου σημαντικό να γίνει κατανοητή η αδυναμία των νεαρών σε ηλικία αθλητών να ανταποκριθούν συναισθηματικά σε συνθήκες πρωταθλητισμού. Οι πολλές ώρες προετοιμασίας, η καθημερινή πίεση, η αδυναμία διαχείρισης δύσκολων συνθηκών και της απογοήτευσης, καθιστούν τους αθλητές αδύναμους, ως συναισθηματικά ανώριμους, λόγω της ηλικίας τους. Σε τέτοιες περιπτώσεις, μόλις ο αθλητής βιώσει την πίεση θα αντιδράσει, πιθανόν έντονα, με αποτέλεσμα να αποσυρθεί από τον αθλητικό περιβάλλον. Σε μικρές ηλικίες, οι αθλητές δεν δείχνουν έτοιμοι να «αντιμετωπίσουν» τις ανάγκες του πρωταθλητισμού, με βάση της ανθρώπινή τους φύση και εξέλιξη.
Η ενασχόληση του νεαρού αθλητή με τον πρωταθλητισμό σε μικρή ηλικία, είναι πιθανόν να συμβαίνει σε βάρος άλλων στοιχείων της καθημερινότητας, όπως το σχολείο, οι κοινωνικές του επαφές η ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Ωστόσο, είναι σημαντικό να εστιάσει σε πρώτο επίπεδο στην ισορροπία μεταξύ των καθημερινών του δραστηριοτήτων, ώστε να αποκομίσει στοιχεία τα οποία θα αποτελέσουν τα εφόδια για την εξέλιξή του στο μέλλον.
Είναι επίσης αποδεκτό ότι ο πρωταθλητισμός απαιτεί εστίαση στη λεπτομέρεια, τα παιδιά ωστόσο, σε επίπεδο γνωστικής ανάπτυξης, δεν είναι σε θέση να ασχοληθούν και να εστιάσουν σε λεπτομέρειες. Πολλές φορές το ρόλο αυτό αναλαμβάνουν οι προπονητές ή οι γονείς, καθιστώντας το παιδί περισσότερο «πιόνι» παρά μια οντότητα που στοχεύει στο να αυτονομηθεί κάποια στιγμή στη ζωή του.
Η επιδίωξη της νίκης και μόνο, σε αθλητές μικρής ηλικίας, δεν φαίνεται να αποτελεί στόχο των παιδιών και δεν συνεισφέρει στην ικανοποίηση των ίδιων των παιδιών. Τα παιδιά ικανοποιούνται γιατί ικανοποιούνται οι γονείς τους και οι προπονητές τους, αρχίζουν να συνδέουν την επιτυχία με την αποδοχή. Όταν ωστόσο η αποδοχή από τους γονείς «περνά» μέσα από την αθλητική επιτυχία, τότε δεν ικανοποιείται η «άνευ όρων αποδοχή», την οποία έχουν ανάγκη τα παιδιά για την ανάπτυξη υγιών προσωπικοτήτων. Σε αντίθετη περίπτωση γίνονται ανασφαλή, καταβάλλονται από διαρκές άγχος και ανησυχία, τα οποία πηγάζουν από την αμφιβολία τους ότι είναι αποδεκτά. Μια αμφιβολία η οποία ξεκίνησε «από τότε που σταμάτησα να κερδίζω στους αγώνες μου και οι γονείς μου ήταν στενοχωρημένοι για εμένα», όπως ανέφερε ένας νεαρός αθλητής.
Ο πρωταθλητισμός σε μικρές ηλικίες φαίνεται να είναι αντίθετος με τις δυνατότητες και τις ανάγκες του παιδιού στις ηλικίες αυτές. Οι έρευνες υποστηρίζουν ότι μεγάλο ποσοστό των παιδιών που επενδύουν και «επενδύονται» στον αθλητισμό σε πολύ μικρή ηλικία, ασχολούμενα με την επιδίωξη της νίκης και μόνο, σταματούν νωρίς, έχοντας ανάγκη από ψυχολογική αποφόρτιση. Ο πρωταθλητισμός απαιτεί προπόνηση πολύ συχνά, απαιτεί ποσότητα προπόνησης. Ωστόσο, για την συνθήκη αυτή, η φράση “too often, too much, too soon”, η οποία ισχύει στον αθλητισμό, καταδεικνύει την έμμεση σύνδεση του πρωταθλητισμού και της απόσυρσης σε μικρές ηλικίες.
Ζαρώτης Γιάννης
Ψυχολόγος-Αθλητικός Ψυχολόγος
Learn More
Η εμπειρία του Τραυματισμού
Για όσους ασχολούνται με τον αθλητισμό, η επαφή τους με το χώρο αποτελεί κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Σχεδιάζουν, επενδύουν, προσπαθούν, κοπιάζουν, θυσιάζουν και εν τέλει ικανοποιούνται. Για τον αθλητή, το καθημερινό πρόγραμμά του αναπτύσσεται με βάση την προπόνησή του και ο αθλητισμός αποτελεί το πιο σημαντικό «δευτερεύον» πράγμα της ζωής του (μετά τις προσωπικές του σχέσεις). Είναι το πλαίσιο από όπου «αντλεί» και ταυτόχρονα «καταθέτει» την σωματική και ψυχική του ενέργεια. Αυτό που ανησυχεί τους αθλητές είναι η ακούσια αλλαγή της ρουτίνας τους, της ενασχόλησή τους με το αγαπημένο τους «χόμπι».
Τι συμβαίνει, ωστόσο, όταν η καθημερινότητα μεταβάλλεται υποχρεωτικά; Ο φόβος των αθλητών και για τους περισσότερους ο «μεγάλος» αντίπαλος, είναι ο τραυματισμός, από τον πιο ήπιο έως και τους περισσότερο σοβαρούς. Αντιμετωπίζεται με απογοήτευση, πόνο, στεναχώρια και ενίοτε από ψυχική και πνευματική απόσυρση. Είναι η διακοπή της πορείας τους, ο «εκτροχιασμός» τους από τον στόχο τους. Είναι μια περίεργη αίσθηση απώλειας και δυστυχίας, όπως παρόμοια βιώνεται σε λιγοστές στιγμές της ζωής. Πολλές φορές υποχρεώνονται να μείνουν «εκτός» για μεγάλο χρονικό διάστημα, γεγονός δυσβάσταχτο για τους περισσότερους. Ωστόσο, ο τραυματισμός θεωρείται μια «φυσιολογική» κατάσταση στο περιβάλλον του αθλητισμού, μια συνθήκη που είναι συνδεδεμένη με τον αθλητισμό και την επιβάρυνση που ασκείται μέσω αυτού στο ανθρώπινο σώμα.
Η επιστροφή του αθλητή μετά από τραυματισμό θεωρείται περισσότερο δύσκολη και επίπονη, αναλογικά με την διάρκεια και τη σοβαρότητά του. Ο τρόπος με τον ο οποίο ο αθλητής θα αντιμετωπίσει τον τραυματισμό καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και την πορεία αποθεραπείας του. Η αποθεραπεία εξαρτάται από την υπομονή και την επιμονή που θα επιδείξει ο αθλητής και διέρχεται από συγκεκριμένα στάδια:
Το στάδιο της «Άρνησης»
‘Η άρνηση είναι η λύση’
Όταν ετοιμάζεται για τον αγώνα-στόχο της χρονιάς, ο αθλητής έχει επενδύσει και θυσιάσει πολλά πράγματα. Το σοκ του αναπάντεχου τραυματισμού κάνει την κατάσταση να αποπνέει την εικόνα της πλήρους καταστροφής. Η πρώτη αντίδρασή του είναι να προσπαθήσει να μην πιστέψει αυτό που συνέβη ή οδεύει προς εξέλιξη. «Παίρνει το βλέμμα του» από τη διαφαινόμενη αρνητική συνθήκη, προσπαθεί να συνεχίσει σαν να μην συμβαίνει τίποτα, εστιάζει στην προπόνηση και τον επερχόμενο αγώνα. Αρνείται να δεχθεί ότι οι κόποι μια χρονιάς δεν θα ευοδωθούν με τη συμμετοχή τους στον αγώνα. Προσπαθεί να μην αισθάνεται τον πόνο, να τον αρνείται, για να μην υποστεί της συνέπειες της αποχώρησης. Το πνεύμα απομακρύνει την κατάσταση, την αψηφά. Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή ο τραυματισμός μέσω της σωματικής του διάστασης υστερεί και αδυνατεί να τον «υποστηρίξει». Οφείλει να αποδεχθεί ό,τι συνέβη, να αποδεχθεί την κατάσταση, ώστε να «συμφιλιωθεί» με το σώμα του, το οποίο τον «πρόδωσε». Η φράση που έρχεται πρώτα στο μυαλό είναι «θα ξυπνήσω αύριο το πρωί και όλα θα είναι ένα άσχημο όνειρο». Δεν είναι!
Το στάδιο του «Θυμού»
‘Είναι άδικο!’
Η αδυναμία του να συνεχίσει και η διαφαινόμενη απουσία δημιουργούν το αίσθημα της αδικίας. Με τη σειρά του η «αδικία» φέρνει θυμό για ό,τι τον αφορά, εσωτερικό και εξωτερικό. Νιώθει προδομένος από το σώμα του, την προπόνησή του, τους ανθρώπους που τον περιβάλλουν και τον υποστηρίζουν. Ένας αθλητής περιγράφει το στάδιο αυτό λέγοντας ότι «μου έφταιγε ό,τι αφορούσε στην προπόνηση, στον αθλητισμό, στην καθημερινότητά μου, στο σύμπαν ολόκληρο!»
Το στάδιο του «Παζαρέματος»
‘Αφήστε να προπονηθώ για λίγο!’
Όταν τελικά θα δεχθεί τον τραυματισμό του και θα προσπαθήσει να τον αντιμετωπίσει, θα νιώσει έναν ξαφνικό ενθουσιασμό και θα ζητήσει να πραγματοποιήσει την μέγιστη δυνατή προσπάθεια. Εκεί αρχίζει το «παζάρεμα», κυρίως με το θεράποντα ιατρό, για το αν μπορεί να κάνει από το περισσότερο ως το «έστω κάτι», για να μη χάσει την επαφή του με το άθλημά του. Επιζητά περισσότερες επισκέψεις, περισσότερες επαναλήψεις, περισσότερα ασκήσεις, ώστε να επιστρέψει το συντομότερο δυνατό.
Το στάδιο της «Μελαγχολίας»
‘Δε γίνεται τίποτα!’
Οι έρευνες στο περιβάλλον του αθλητισμού δείχνουν ότι οι αθλητές που αντιμετωπίζουν τραυματισμούς μεγάλης διάρκειας τείνουν να παραμένουν σ’ αυτό το στάδιο για αρκετό χρονικό διάστημα, μη βλέποντας κάτι θετικό στην εξέλιξη της πορείας τους. Το παρελθόν ενθυμίζει τον τραυματισμό και την εγκατάλειψη, το παρόν χαρακτηρίζεται από αδυναμία και το μέλλον προοιωνίζεται δυσοίωνο, τα χαρακτηριστικά της μελαγχολίας! Ο ενθουσιασμός του προηγούμενου σταδίου για την ταχεία ανάρρωση έχει εξαφανιστεί, το οποιοδήποτε ευχάριστο συναίσθημα υποκαθίσταται από ένα σχεδόν μόνιμο αρνητισμό.
Το στάδιο της «Αποδοχής»
‘Η λύση!’
Η αποδοχή του τραυματισμού και των συνεπειών του, η προσκόλληση στο πρόγραμμα αποθεραπείας και η συγκαταβατικότητα προς το περιβάλλον είναι η λύση του «προβλήματος». Οι έρευνες δείχνουν ότι ο τραυματισμός συνδέεται με έντονο άγχος, το οποίο δημιουργεί ένταση στους μύες και το σώμα γενικότερα, καθιστώντας το μη λειτουργικό, αναστέλλοντας έτσι την αποθεραπεία. Στο στάδιο αυτό η «συμφιλίωση» με την κατάσταση θα επιφέρει πνευματική και ψυχική ισορροπία και ηρεμία, στοιχεία που θα συμβάλλουν στην ανάκτηση της λειτουργικότητας του οργανισμού.
Η αντιμετώπιση του τραυματισμού σχετίζεται με την τρόπο με τον οποίο τον επεξεργαζόμαστε γνωστικά και ψυχολογικά. Η πεποίθηση ότι αποτελεί απλά ένα «διάλειμμα» ή μια ευκαιρία για ξεκούραση και επαναπροσδιορισμό της πορείας, είναι η πιο ωφέλιμη τοποθέτηση απέναντι στα δεδομένα του τραυματισμού. Σε πρώτο επίπεδο, όταν υπάρχουν σημάδια που παραπέμπουν σε πιθανό τραυματισμό, ο αθλητής, ενεργώντας έξυπνα και ωφέλιμα για τον ίδιο, χρειάζεται να «κάνει πίσω», σκεπτόμενος ότι «μερικές ημέρες απουσίας είναι καλύτερες από μερικούς μήνες θεραπείας». Στην περίπτωση του σοβαρού τραυματισμού, η προσκόλληση στο πλάνο αποθεραπείας και η συνεργασία με τον ειδικό που έχει αναλάβει την πορεία της είναι εξίσου σημαντικά για την θετική έκβασή της. Για την αποθεραπεία απαιτείται τόση πειθαρχία όση και στο πρόγραμμα προπόνησης.
Θετική στάση
Η εμπειρία του τραυματισμού είναι επίπονη, εξίσου ωστόσο και διδακτική. Η πεποίθηση της συνεισφοράς του τραυματισμού στη βελτίωση της αθλητικής προσωπικότητας του αθλητή, καθιστά την εμπειρία όσο γίνεται πιο θετική. Ο τραυματισμός λαμβάνει κατά πρώτο λόγο αρνητική θεώρηση, συνοδευόμενη από αρνητικό συναίσθημα. Η αποθεραπεία, ωστόσο, απαιτεί θετικό συναίσθημα, καθώς με θετική διάθεση το χρονικό διάστημα απουσίας μειώνεται αισθητά. Ο ασθενής δείχνει περισσότερη θέληση, προσπαθεί και δεσμεύεται στο πλάνο που προτείνει ο γιατρός, ακολουθεί με δεκτικότητα τις οδηγίες του.
Ωφέλιμα στοιχεία
Υποστηρίζεται επίσης ότι ο τραυματισμός και η αποθεραπεία συμβάλλουν στην ολοκλήρωση της αθλητικής προσωπικότητας. Ως κατάσταση, προσφέρει την ευκαιρία για την καλλιέργεια εννοιών όπως η υπομονή, ο αυτοέλεγχος, η συνέπεια, η επιμονή και η εστίαση στο στόχο, απαραίτητες για την εξέλιξη των αθλητών και την βελτίωση τους ως άτομα και ως αθλητές. Οι έννοιες που καλλιεργούνται μέσω της εμπειρίας του τραυματισμού είναι τα εφόδια του αθλητή για την αναζήτηση και την προσέγγιση της «προσωπικής κορυφής», του «ιδανικού εαυτού».
Υποστηρικτικό πλαίσιο
Η συμβουλή που δίνεται σε αθλητές είναι, κατά τη διάρκεια του τραυματισμού, να παραμείνουν συνδεδεμένοι με τους συναθλητές τους και με το αθλητικό περιβάλλον, να επιδιώκουν την επαφή με οικεία πρόσωπα, όπως τον προπονητή τους, ώστε να υπάρχει πλαίσιο υποστήριξης και παράλληλα η επιστροφή να είναι πιο εύκολη. Οι συναθλητές κατανοούν περισσότερο την κατάστασή τους και ο προπονητής θα διατηρήσει την εσωτερική «φλόγα» του αθλητή, προσφέροντας του την επιβεβαίωση ότι «τον υπολογίζει» και «τον περιμένει να επιστρέψει».
Επαναπροσδιορισμός
Ο τραυματισμός προσφέρει σε τελικό ένα επίπεδο και την ευκαιρία στον αθλητή να επαναπροσδιορίσει τη στάση του και την πορεία του στον αθλητισμό. Να αξιολογήσει την προσπάθειά του, να καθορίσει εκ νέου το στόχο του, να προχωρήσει σε μια ενδοσκόπηση για πιθανές παραλείψεις και λάθη του. Να αναλύσει το πλάνο και τον τρόπο δουλειάς του, ώστε να εξελιχθεί η αποθεραπεία ως μια ωφέλιμη κατάσταση. Κατά την διαδικασία του επαναπροσδιορισμού είναι ωφέλιμο να ενθυμείται ότι «δεν μπορούμε να λύσουμε προβλήματα χρησιμοποιώντας τον ίδιο τρόπος σκέψης με αυτόν που τα δημιουργήσαμε!»
Γιάννης Ζαρώτης
Ψυχολόγος-Αθλητικός Ψυχολόγος
Learn More
Αθλητισμός: Πως συμβάλλει στην ανάπτυξη θετικής εικόνας του εαυτού;
Η συμβολή του αθλητισμού στην ανάπτυξη του ατόμου αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους λόγους για τους οποίους ο αθλητισμός καλείται να είναι «ωφέλιμος». Κατά την πρώτη παιδική ηλικία, μετά τα 3-4 πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού, ο κόσμος του αρχίζει και διευρύνεται απότομα, γνωρίζει νέα πρόσωπα από το σχολείο, το περιβάλλον του αθλητισμού και το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο. Σταδιακά αρχίζει να ανακαλύπτει και να κρίνει την προσωπική του ικανότητα μέσα στη σχολική τάξη, στην αθλητική ομάδα στην οποία προπονείται, στις σχέσεις με τους φίλους του, στην αλληλεπίδραση με την οικογένεια. Είναι η πρώτη προσπάθειά του να «διεκδικήσει» το χώρο του και να κατανοήσει ποια είναι η θέση του μέσα σ’ αυτόν. Στη συγκεκριμένη ηλικία ξεκινά να διαμορφώνει τις έννοιες της αυτό-εικόνας και της προσωπικής αίσθησης αξίας και εκτίμησης.
Στην ηλικία των 6-12 ετών τα περισσότερα παιδιά εισέρχονται στον οργανωμένο αθλητισμό. Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα, ο αθλητισμός συμβάλλει στην ανάπτυξη των εννοιών του παιδιού, οι οποίες αναφέρονται στον εαυτό του. Για τον λόγο αυτό προβάλλεται η σημασία του αθλητισμού στην προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη του ατόμου.
Η αυτό-εικόνα αναφέρεται στο «τι πιστεύει κάποιος για τον εαυτό του». Περιλαμβάνει την αντίληψή για τα χαρακτηριστικά, τις ικανότητες και τα ταλέντα που πιθανόν να έχει ένα παιδί. Η αυτοεκτίμηση αναφέρεται στο πως αισθάνεται για τα στοιχεία που διαθέτει, είναι η συναισθηματική «αποτίμηση» του εαυτού του, ως «καλός ή κακός», «άξιος ή ανάξιος». Οι δύο αυτές έννοιες αντανακλούν την άποψη του ατόμου γι’ αυτό που είναι, για ό,τι είναι ικανό να πραγματοποιήσει και για το τι νομίζει ότι περιμένουν οι γύρω του από εκείνο.
Η αυτό-εικόνα είναι προϊόν των εμπειριών του ατόμου, συλλέγει πληροφορίες και τη διαμορφώνει από δύο βασικές πηγές:
· Το πώς του συμπεριφέρονται οι γύρω του
· Το πώς το συγκρίνουν με άλλους σε σημαντικά χαρακτηριστικά και ικανότητες
Η συμπεριφορά των γύρω του αναφέρεται κατά πρώτο λόγο στη συμπεριφορά των γονέων, σε οικογενειακό πλαίσιο και στη στάση των προπονητών, σε αθλητικό πλαίσιο. Όταν το παιδί λαμβάνει σταθερά προσοχή, αποδοχή, ενδιαφέρον, αγάπη, διαμορφώνει την εικόνα ότι είναι ένα «αξιόλογο» άτομο, με αξία και σταδιακά αναπτύσσει θετική αυτό-εικόνα και υψηλή αυτό-εκτίμηση. Οι πληροφορίες προς τον παιδί είναι πιθανόν να είναι άμεσες, περιλαμβάνοντας θετική στάση και άποψη (π.χ. είσαι πολύ καλός αθλητής και μου αρέσεις) ή έμμεσες, παρέχοντας προσοχή και ανατροφοδότηση στο παιδί για τις δραστηριότητές του.
Τα παιδιά που θα λάβουν θετικά μηνύματα για την ικανότητά τους είναι εκείνα που θα παραμείνουν στον αθλητισμό για μεγάλο χρονικό διάστημα, έχοντας διαμορφώσει καλή εικόνα για τον εαυτό τους και αναπτύσσοντας «ασφάλεια» για τις μελλοντικές τους δραστηριότητες. Είναι η βάση της έννοιας της αυτοπεποίθησης, η οποία θα τους είναι απαραίτητη σε δραστηριότητες στο μέλλον. Η θετική αυτό-εικόνα είναι η «ασπίδα» του ατόμου σε μελλοντική αποτυχία, αποτελεί τη βάση από την οποία αντλεί αισιοδοξία για να συνεχίσει.
Αναφορικά με το πώς το συγκρίνουν με άλλους σε σημαντικά χαρακτηριστικά και ικανότητες, είναι απαραίτητο να τονιστεί ότι τα παιδιά μέχρι την ηλικία των 10-11 ετών, τείνουν να συγκρίνουν από μόνα τους τον εαυτό τους με τους άλλους, σε μια προσπάθεια να «γνωρίσουν» την ικανότητά τους και να «ξεχωρίσουν» ως κάτι διαφορετικό. Είναι μια συνθήκη η οποία πηγάζει από τη φύση του ανθρώπου, είναι η πρώτη προσπάθεια αυτό-καθορισμού, μέσα από τον καθορισμό σε σχέση με τους άλλους.
Ο αθλητισμός αποτελεί πλαίσιο, το οποίο παρέχει άμεσα πληροφορίες για την ικανότητα του ατόμου, την κλίση και το ταλέντο του, συνοδευόμενες από τα σχόλια των προπονητών και των γονέων. Η στάση τόσο των προπονητών όσο και των γονέων στη συγκεκριμένη ηλικία, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη του παιδιού στον αθλητισμό όσο και τη διάρκεια παραμονής του.
Η αρνητική αυτό-εικόνα και η χαμηλή αυτοεκτίμηση καθιστούν το άτομο ανασφαλές στις σχέσεις του με τους άλλους, ιδιαίτερα ευαίσθητο στην κριτική που δέχεται και ευάλωτο στο να πληγωθεί από καταστάσεις και πρόσωπα. Αρκετά παιδιά, με σκοπό να «καλύψουν» τα αισθήματα της προσωπικής ανεπάρκειας, υιοθετούν επιθετική συμπεριφορά ή επιζητούν διαρκώς, με επιδεκτική συμπεριφορά, την προσοχή των άλλων. Η κατάσταση αυτή μειώνει την «δημοτικότητα» και την αποδοχή τους από τους άλλους, επιβεβαιώνοντας έτσι την αρνητική τους αυτό-εικόνα! Για αρκετούς ερευνητές των αναπτυξιακών ηλικιών, η συγκεκριμένη συνθήκη εισάγει το άτομο σε ένα «κύκλο αποτυχίας», όπου η αρνητική συμπεριφορά του ατόμου εγείρει αρνητική συμπεριφορά των άλλων προς το άτομο και αποτυχία στην επιτέλεση ενεργειών.
Έρευνες στο αθλητικό πλαίσιο έδειξαν ότι ο βασικός λόγος για τον οποίο τα παιδιά σε μικρές ηλικίες δεν δοκιμάζουν κάποιο άθλημα είναι γιατί «φοβούνται μήπως κοπούν» από τον προπονητή με βάση την ικανότητά τους. Αυτό δείχνει τη σημασία που αποδίδουν τα παιδιά στην κρίση των άλλων και στην «αποκάλυψη» της ικανότητάς τους μέσα από τη διαδικασία του αθλητισμού. Πολλά από τα παιδιά δήλωσαν ότι δεν θα ήθελαν να συμμετάσχουν γιατί «φοβάμαι μήπως δεν είμαι καλός».
Είναι σημαντικό τόσο για τους γονείς όσο και για τους προπονητές να διαμορφώσουν τις συνθήκες ώστε τα παιδιά σε μικρή ηλικία να αναπτύξουν σταδιακά θετική αυτό-εικόνα και υψηλή αυτό-εκτίμηση. Η εστίαση στο ίδιο το παιδί και όχι στη σύγκρισή του με τους άλλους, η ανάδειξη των θετικών στοιχείων των παιδιού, η εστίαση στη συμμετοχή, τη συμπεριφορά και τη διασκέδασή του παρά στη νίκη και το αποτέλεσμα αποτελούν στάσεις και συμπεριφορές που βοηθούν την ανάπτυξη του αθλητή.
Οι αγωνιστικές εμπειρίες είναι σημαντικές στη ζωή του ατόμου, ο αθλητισμός, ωστόσο, δεν είναι ούτε θετικός ούτε αρνητικός εξ’ ορισμού. Λαμβάνει την ποιότητά του ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο τον «χρησιμοποιούμε» στην διαπαιδαγώγηση και ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου. Εξαρτάται από το πώς τον «ερμηνεύει» ο καθένας, από το πως «καταλαβαίνει» το αποτέλεσμα, την επιτυχία και τη συμμετοχή. Καθίσταται ωφέλιμος ή μη, συμβάλει θετικά ή αρνητικά στην ολοκλήρωση του ατόμου, ανάλογα με τη διαχείρισή του από όσους εμπλέκονται στη διεξαγωγή του.
Learn More

