
Ο «πραγματικός» αντίπαλος
Είναι κάποιες φορές που το περιβάλλον, οι εγκαταστάσεις, ο αγωνιστικός χώρος και το γήπεδο/γυμναστήριο, στο οποίο διεξάγεται ο αγώνας, φαντάζουν τόσο αφιλόξενα και άβολα για τον αθλητή, ώστε να προμηνύουν το αρνητικό αποτέλεσμα. Ο εκτός έδρας αγώνας στο ποδόσφαιρο σε ένα γήπεδο γεμάτο οπαδούς των αντιπάλων, οι κακές καιρικές συνθήκες σε έναν αγώνα στίβου, το παγωμένο κολυμβητήριο στην κολύμβηση, ο άγνωστος περιβάλλων χώρος σε όλα τα αθλήματα, αποτελούν καταστάσεις, οι οποίες φαίνεται να «αποθαρρύνουν» την προσπάθεια των αθλητών. Το άσχημο είναι ότι οι περιπτώσεις αυτές είναι υπαρκτές, αποτελούν πολλές φορές την πραγματικότητα σε έναν αγώνα. Το θετικό είναι ότι έχουμε τη δυνατότητα να ελέγξουμε την επίδρασή τους. Πόσο όμως σημαντικοί είναι για την προσωπική μας απόδοση; Μας επηρεάζουν και πώς;
Η επίδραση των διαφορετικών περιβαλλόντων είναι στην πραγματικότητα δική μας επιλογή! Μας επηρεάζουν όσο τα αφήνουμε να μας επηρεάσουν. Το παγωμένο και αφιλόξενο κολυμβητήριο, με τις παλιές εγκαταστάσεις και τα άβολα αποδυτήρια, δημιουργεί στους αθλητές μια εξαρχής αρνητική εντύπωση και εικόνα. Πολλές φορές αυτή η εντύπωση επηρεάζει και τη συναισθηματική μας κατάσταση και ευνοεί την ανάπτυξη αρνητικού συναισθήματος. Ωστόσο, αρνητικό συναίσθημα σημαίνει για τον αθλητή λιγότερη όρεξη και σωματική ενέργεια, πιθανώς και λιγότερη προσπάθεια (χωρίς να το καταλαβαίνει ο ίδιος), με αποτέλεσμα να απομακρυνόμαστε από το στόχο μας. Τα βασικά συναισθήματα σε ένα χώρο που δεν μας ικανοποιεί είναι η δυσφορία, η απογοήτευση, η άρνηση, ο φόβος πολλές φορές για το ό,τι έχω να αντιμετωπίσω. Πώς μπορώ να αποδώσω τα μέγιστα με τόσα αρνητικά συναισθήματα;
Η δημιουργία αυτής της κατάστασης είναι προσωπική επιλογή, καθώς ο αθλητής είναι υπεύθυνος για την συναισθηματική του κατάσταση. Αν ασχολείται και συγκεντρώνεται σε καταστάσεις που δείχνουν αρνητικές τότε μοιραία θα αναπτύξει αρνητικά συναισθήματα. Η πραγματικότητα ενός ελλιπούς και αφιλόξενου αγωνιστικού χώρου δεν αλλάζει, αυτό που μπορεί να αλλάξει είναι η προσοχή που δίνουμε σ’ αυτόν. Όσο λιγότερο ασχοληθούμε, τόσο λιγότερο θα μας επηρεάσει. Όσο λιγότερο τον προσέξουμε τόσο περισσότερο χώρο και χρόνο θα έχουμε να συγκεντρωθούμε στην ουσία της παρουσίας μας, που είναι η συμμετοχή μας στον αγώνα και η επίτευξη του στόχου μας. Η αρνητική θεώρηση της πραγματικότητας παράγει αρνητικά συναισθήματα, μη ωφέλιμα για την απόδοσή μας, η μη ενασχόληση με την αρνητική πραγματικότητα διατηρεί ουδέτερη συναισθηματική κατάσταση και καθαρό μυαλό στον αθλητή και είναι το ζητούμενο.
Η προσπάθεια να πείσουμε τον εαυτό μας για το αντίθετο σε ένα αφιλόξενο αγωνιστικό χώρο ίσως να είναι άτοπη και να μας οδηγήσει σε εσωτερική σύγκρουση. Το περιβάλλον ίσως να έχει κάποιο ρόλο στην επίδοσή μας, ίσως σε ένα 10% σε κάποια ακραία συνθήκη. Αν ασχοληθούμε με την ακραία αυτή συνθήκη, η συγκεκριμένη επίδραση θα ανέβει στο 40% ή και περισσότερο. Ο άνεμος μπορεί να αναστέλλει την επίτευξη του ατομικού ρεκόρ στα αγωνίσματα του στίβου. Η περαιτέρω ενασχόληση με τον άνεμο «εξασφαλίζει» την μη επίτευξη του ρεκόρ. Το παγωμένο νερό είναι ανασταλτικό στην επίδοση του κολυμβητή, η περαιτέρω ενασχόληση με την συγκεκριμένη κατάσταση μας οδηγεί στην μη επίτευξη. Πολλές φορές θα χρειαστεί να τονίσουμε στον εαυτό μας το ότι απλά ‘έτσι είναι’. Όταν δεν μπορείς να παρέμβεις στον περιβάλλον χώρο, αποδέξου τον και «συμμάχησε» μαζί του για να μην αποκτήσεις έναν ακόμη αντίπαλο, τον οποίο εσύ θα έχεις «δημιουργήσεις».
Ζαρώτης Γιάννης
Ψυχολόγος-Αθλητικός Ψυχολόγος

Οι αντιξοότητες ως «ωφέλιμα» στοιχεία
Το πλαίσιο του αγωνιστικού αθλητισμού περιλαμβάνει μια σειρά από καταστάσεις, άλλοτε θετικές και άλλοτε αρνητικές για τον αθλητή. Η έννοια που δίνουμε σε μια κατάσταση, το πώς θα την χαρακτηρίσουμε, είναι σημαντικό για την αξιοποίηση της. Η αποτυχία στον αγώνα, ο τραυματισμός, η μη επίτευξη του στόχου, ο εκνευρισμός, το πρωινό ξύπνημα, η κρύα πισίνα, η κούραση στην προπόνηση, είναι ορισμένα από τα στοιχεία που σε πρώτη φάση κρίνονται και χαρακτηρίζονται ως αρνητικά.
Το στοιχείο που διαφοροποιεί τους αθλητές και καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τον αθλητή υψηλού επιπέδου είναι ο τρόπος με τον οποίο θα διαχειριστεί και θα ξεπεράσει τις πιθανές αντιξοότητες. Έρευνα με 200 αθλητές, κατόχους χρυσών μεταλλίων Ολυμπιακών Αγώνων, έδειξε ότι ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες που διαχώρισε αυτούς τους αθλητές από τους υπόλοιπους είναι η διαχείριση τόσο της επιτυχίας όσο και της αποτυχίας και η διαχείριση των δύσκολων και πιεστικών καταστάσεων.
Ως διαχείριση της αποτυχίας εννοείται η αποτίμηση που γίνεται για την έκβαση ενός αγώνα και το ποια στοιχεία μπορεί ο αθλητής να κρατήσει, ως θετικά και ωφέλιμα και να τα αξιοποιήσει για τη βελτίωσή του. Η ήττα, ως βασικό στοιχείο προσφέρει αυτογνωσία, δείχνοντας στον αθλητή τα αδύνατά του σημεία και τους πιθανούς στόχους του! Η αντιμετώπιση μας δύσκολης κατάστασης από την άλλη (π.χ. παρατεταμένο ντεφορμάρισμα), θωρακίζει τον αθλητή με επιμονή και υπομονή.
Ο John McEnroe (πρωταθλητής του τένις τη δεκαετία του ’80 και για αρκετό χρονικό διάστημα Νο1 παγκοσμίως), υποστήριξε «Το θέμα δεν είναι αν θα απογοητευτείς αλλά το να μπορέσεις να το ξεπεράσεις. Ο πρωταθλητής είναι εκείνος που μπορεί να το ξεπεράσει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο». Τονίζει ότι διαχωρίζει τους αθλητές η στάση που κρατούν σε κάθε δυσκολία καθώς αντιξοότητες, λάθη και αποτυχίες συμβαίνουν σε όλους τους αθλητές.
Η πορεία του αθλητή προς την προσωπική του επίτευξη απαιτεί κάποια στοιχεία όπως ανοχή στην πίεση και στην κούραση, συνέπεια προς τον εαυτό του και την προπονητική διαδικασία, αυταπάρνηση, θέληση, συγκέντρωση στο στόχο, σταθερότητα στα συναισθήματά του και ενεργοποίηση προς το στόχο. Τα ίδια στοιχεία μπορεί να αντλήσει ένας αθλητής για παράδειγμα από τον τραυματισμό, όπου θα χρειαστεί συνέπεια για την αποθεραπεία του, αυταπάρνηση για το γεγονός ότι είναι εκτός αν και θα ήθελε να αγωνίζεται, θέληση να επιστρέψει στο αθλητικό περιβάλλον υγιής. Η μη επίτευξη του στόχου στον αγώνα είναι κατάσταση η οποία εμπεριέχει απογοήτευση αλλά είναι παράλληλα διδακτική, δίνοντάς μας την ευκαιρία να γνωρίσουμε τον εαυτό μας καλύτερα, να αντλήσουμε δύναμη από τον εαυτό μας για να συνεχίσουμε, να εσωτερικεύσουμε τη δυναμική του κινήτρου μας. Η γνώση του εαυτού, η ψυχική και πνευματική δύναμη και η ενίσχυση του κινήτρου μας, είναι στοιχεία τα οποία θα μας χρειαστούν στην πορεία προς την προσωπική μας κορυφή και τα έχουμε κερδίσει μέσα από μια φαινομενική αποτυχία.
Η κάθε δυσκολία στο αθλητικό περιβάλλον παρέχει τη δυνατότητα στον αθλητή να την αξιοποιήσει με δύο τρόπους. Είτε μένοντας σ’ αυτή με απογοήτευση και θυμό προς τον εαυτό του, είτε παίρνοντας ό,τι θετικό μπορεί να του δώσει και να συνεχίσει την εξελικτική του πορεία με περισσότερα εφόδια. Τα ψυχολογικά και πνευματικά χαρακτηριστικά τα οποία εμφανίζουν οι υψηλού επιπέδου αθλητές είναι αποτέλεσμα μιας πορείας, η οποία εμπεριέχει πολλές δυσκολίες και άσχημες στιγμές, αποτυχίες και λάθη, από τα οποία φαίνεται να κέρδισαν τα προσωπικά αυτά χαρακτηριστικά που τους οδήγησαν στην κορυφή.

Ψυχολογικά χαρακτηριστικά αθλητών
Η Αθλητική Ψυχολογία είναι ένα κομμάτι της Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας, η οποία περιέχει την εφαρμογή των αρχών και των ευρημάτων της Ψυχολογίας στο αθλητικό πλαίσιο. Ψυχολογία είναι η επιστήμη που βοηθά τον άνθρωπο να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του και τις ικανότητές του. Αποδέχεται την διαφορετικότητα των ανθρώπων και δεν επεμβαίνει με σκοπό να αλλάξει τον χαρακτήρα τους, αλλά να βελτιώσει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τα θέματα που προκύπτουν. Για την επιστήμη της Ψυχολογίας υπάρχουν σε κάθε άνθρωπο προτερήματα και στοιχεία προς βελτίωση. Η Αθλητική Ψυχολογία αναφέρεται στη μελέτη των ψυχολογικών και πνευματικών εκείνων παραγόντων που επιδρούν ή δέχονται την επίδραση της συμμετοχής στον αθλητισμό, την άσκηση και τη γενικότερη φυσική δραστηριότητα. Μελετά και αναζητά τα στοιχεία τα οποία έχουν ιδιαίτερη σημασία για την απόδοση των αθλητών και τους βοηθά να τα καλλιεργήσουν και να τα αναπτύξουν. Σε μια πρώτη προσπάθεια επαφής με το αντικείμενο της Αθλητικής Ψυχολογίας παρουσιάζονται τα στοιχεία που είναι σημαντικά για την εμπλοκή, παραμονή και εξέλιξη του ατόμου στο περιβάλλον του αθλητισμού.
· Δέσμευση: Θεωρείται το σημαντικότερο ίσως στοιχείο για την εμπλοκή και εξέλιξη του αθλητή, καθώς αναφέρεται στη θέληση και τη δυνατότητά του να παραμένει στον αθλητισμό ακόμη και υπό αντίξοες συνθήκες. Είναι το στοιχείο που βοηθά τον αθλητή να πηγαίνει και να ολοκληρώνει την καθημερινή προπόνηση, να μην παρατά τον αγώνα, να δέχεται τις συμβουλές του προπονητή, να διαχειρίζεται τον πόνο και την κούραση. Εκφράζει επιμονή και υπομονή, συνδέεται με εσωτερικά κίνητρα και είναι απαραίτητο εφόδιο για ερασιτεχνικό και υψηλού επιπέδου αθλητισμό. Είναι σχεδόν αδύνατο να εξελιχθεί ένας αθλητής χωρίς δέσμευση στο άθλημά του. Υψηλή δέσμευση επιτυγχάνεται με την ύπαρξη κινήτρων, τα οποία ικανοποιούν την συναισθηματική κυρίως πλευρά του ατόμου.
· Θετική και αισιόδοξη στάση: Ο αθλητισμός είναι επίπονη διαδικασία και η επίτευξη των στόχων είναι αρκετά δύσκολη. Ο αθλητής μέσω της θετικής στάσης, της βίωσης θετικών συναισθημάτων γι’ αυτό που ασχολείται, εξασφαλίζει την απαραίτητη σωματική και ψυχολογική ενέργεια. Το θετικό συναίσθημα δίνει στο άτομο ζωντάνια και διάθεση, εκλύοντας τεράστια ποσότητα ενέργειας προς χρήση. Η προπόνηση και ο αγώνας απαιτούν ενέργεια και πέραν των φυσιολογικών στοιχείων (προπόνηση και διατροφή), ο ψυχολογικός παράγοντας είναι ιδιαίτερα σημαντικός, ώστε να εξασφαλίσουμε το απαιτούμενο ποσοστό ενέργειας. Η ευχάριστη προπόνηση, το θετικό κλίμα και η αποδοχή από τον προπονητή είναι σημαντικά στοιχεία για να επιτευχθεί η θετική στάση των μικρών αθλητών στο ξεκίνημά τους, ενώ οι υψηλού επιπέδου αθλητές είναι απαραίτητο να αναζητούν στοιχεία που τους ευχαριστούν στην καθημερινότητά τους στον αθλητισμό.
· Στόχοι: Αποτελούν την αρχή και το τέλος της κάθε δραστηριότητας. Είναι το κίνητρο του αθλητή για την προσπάθεια και την καθημερινή προπόνηση. Ο αθλητής βάζει στόχους καθημερινούς, μεσοπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους. Θέτει, σε συνεργασία με τον εκάστοτε προπονητή του, το στόχο τον οποίο θέλει να επιτύχει και «καταστρώνει» ένα πλάνο δουλειάς με σκοπό την επίτευξή του. Το σημαντικό στοιχείο στον καθορισμό των στόχων δεν είναι το «τι θέλω να κάνω» αλλά το «πώς θα το κάνω». Στόχοι τίθενται τόσο από αρχάριους (σε συνεργασία με τον προπονητή) όσο και από υψηλού επιπέδου αθλητές (με μικρότερη συμμετοχή του προπονητή).
· Αυτοπεποίθηση: Αναφέρεται στην πίστη που έχει το άτομο για το ότι μπορεί να επιτύχει στο άθλημά του. Περιλαμβάνει την θετική εικόνα για τον εαυτό του στον αθλητισμό και έχει ως βάση την προπόνηση. Η εκμάθηση δεξιοτήτων, η καλή φυσική κατάσταση, η βελτίωση γενικότερα, προσδίδουν στο άτομο αυτοπεποίθηση. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η δουλειά του προπονητή για τους μικρούς σε ηλικία αθλητές, στους οποίους η επίτευξη μικρών και εύκολων στόχων θα συντελέσει στην παραμονή και εξέλιξή τους στον αθλητισμό. Για τους υψηλού επιπέδου αθλητές, η προπόνηση και η επιτυχία εξασφαλίζουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους.
· Αντιμετώπιση του άγχους: Το άγχος περιγράφεται ως ο φόβος του ατόμου, η απειλή που αισθάνεται για κάτι ακαθόριστο, το οποίο σχετίζεται με τον επερχόμενο αγώνα ή προπόνηση. Αποτελεί τον βασικό «εχθρό» των αθλητών και προσβάλλει την αυτοπεποίθησή τους. Η επιμονή στη δουλειά και την βελτίωση είναι τα ισχυρότερα «αντιβιοτικά» για την καταπολέμηση του άγχους. Η στροφή της προσοχής στον εαυτό μας και στα στοιχεία που τον αφορούν με την παράλληλη μη ενασχόληση με τους αντιπάλους, αποτρέπει το άτομο από σκέψεις άγχους. Το άγχος είναι στοιχείο το οποίο εμείς επιλέγουμε να καλλιεργήσουμε, καθώς οι σκέψεις που το προκαλούν είναι δική μας επιλογή. Ο έντονος ανταγωνισμός σε αθλητές μικρής ηλικίας καλλιεργεί έντονο άγχος και το αίσθημα της αντιπαλότητας και της σύγκρισης, στοιχεία τα οποία είναι πιθανό να συνοδεύουν τον αθλητή σε όλη του την καριέρα.
· Συγκέντρωση: Υποστηρίζεται ότι αποτελεί το πιο σημαντικό στοιχείο σε προπονητική και αγωνιστική διαδικασία, έχοντας ο αθλητής ολοκληρώσει σωστά την προετοιμασία του. Μόνο με υψηλό επίπεδο συγκέντρωσης ο αθλητής μπορεί να «βγάλει» ό,τι έχει δουλέψει στην προετοιμασία του. Σε αγώνες στους οποίους όλα κρίνονται σε ένα δευτερόλεπτο, ο αθλητής μαθαίνει να είναι «εκεί» κάθε δευτερόλεπτο. Η συγκέντρωση δεν αναφέρεται στο τι σκέφτεσαι, αλλά στο πότε το σκέφτεσαι, γιατί το σκέφτεσαι και πώς το σκέφτεσαι. Είναι η δυνατότητα να συγκεντρώνεις την προσοχή σου για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα σε αυτό με το οποίο ασχολείσαι. Η συγκέντρωση είναι αναμενόμενα χαμηλή σε παιδιά μικρής ηλικίας, ενώ σε υψηλού επιπέδου αθλητές διαχωρίζει την νίκη από την ήττα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Αθλητικός Ψυχολόγος αναπτύσσει προγράμματα με στόχο την βελτίωση της συγκέντρωσης του αθλητή για την επίτευξη της καλύτερης δυνατής απόδοσής του.

Μαραθώνιος και μεγάλες αποστάσεις: Τι είναι ωφέλιμο να σκέφτεσαι;
Οι αθλητές των μεγάλων αποστάσεων και ειδικότερα οι αθλητές του μαραθωνίου συνδέουν την επιτυχία τους στον αγώνα με τις σκέψεις που επιλέγουν να υιοθετούν κατά τη διάρκειά του. Οι σκέψεις τους χαρακτηρίζονται ως ωφέλιμες ή μη, ανάλογα με τα συναισθήματα που δημιουργούν και τη συμπεριφορά στην οποία τελικά οδηγούν. Πολλοί αθλητές επιλέγουν να μη σκέφτονται κάτι κατά τη διάρκεια του αγώνα, ώστε να μην παράγουν συναίσθημα, το οποίο επιδρά στην φυσιολογική λειτουργία του οργανισμού. Σε αντίθετη περίπτωση, η γνωστική λειτουργία είναι για κάποιους αθλητές απαραίτητη για να «εμβολιάζουν» με κίνητρο τον εαυτό τους σε όλη τη διάρκεια του αγώνα. Με βάση τη σκέψη που επιλέγουν να πραγματοποιούν οι αθλητές μεγάλων αποστάσεων χωρίζονται ως προς το στυλ σε «συνδετικοί» και «αποσυνδετικοί». Οι δύο όροι προκύπτουν από τα δύο διαφορετικά στυλ προσοχής, το συνδετικό και το αποσυνδετικό.
Το «συνδετικό» στυλ προσοχής αναφέρεται στον αγώνα και την εμφάνιση αυτή καθεαυτή. Την ώρα του αγώνα, ο αθλητής παρακολουθεί και δίνει σημασία στα σωματικά ερεθίσματα, όπως είναι ο ρυθμός αναπνοής του ή ο μυϊκός πόνος. Οι «συνδετικές» σκέψεις περιλαμβάνουν επίσης εσωτερικές εντολές ή οδηγίες όπως «ανέβασε το ρυθμό σου» ή και «κατέβασε τους ώμους σου». Ένας αθλητής με αποσυνδετικό στυλ προσοχής είναι πιθανό να λαμβάνει υπόψη του την παρούσα συναισθηματική του κατάσταση και να κάνει σκέψεις όπως «αισθάνομαι πολύ γρήγορος σήμερα» ή «είμαι σε πολύ καλή κατάσταση». Στο ίδιο στυλ προσοχής, ο αθλητής δίνει μεγάλη σημασία στο ρυθμό και το τέμπο που υιοθετεί, κρατώντας το σταθερό ή αλλάζοντάς το με βάση την εξέλιξη του αγώνα. Σε γενικές γραμμές, οι «συνδετικοί» αθλητές σκέφτονται σχεδόν αποκλειστικά τον αγώνα και την προσπάθειά τους.
Στο αποσυνδετικό στυλ προσοχής, οι αθλητές σκέφτονται πράγματα άσχετα με τον αγώνα και προσπαθούν να επιτύχουν διάσπαση της προσοχής τους από το έργο που εκτελούν. Είναι πιθανό να σκέφτονται γεγονότα του παρελθόντος ή και καταστάσεις και σχεδιασμούς που αφορούν στο μέλλον τους. Παράλληλα, μπορεί να εστιάζουν την προσοχή τους στο περιβάλλον του αγώνα, να παρακολουθούν τους θεατές, να προσπαθούν να ακούνε τους γύρω τους. Αναφέρεται η περίπτωση ενός μαραθωνοδρόμου με αποσυνδετικό στυλ προσοχής, ο οποίος περιέγραφε ότι κατά τη διάρκεια του αγώνα έχτιζε στο μυαλό του ένα σπίτι, με την προσοχή του να στρέφεται και να υπολογίζει και την παραμικρή λεπτομέρεια. Με τον τρόπο αυτό απέφευγε την αίσθηση της κούρασης και το δυσάρεστο συναίσθημα που προέκυπτε από την καταπόνηση.
Το κάθε στυλ προσοχής έχει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα και είναι ωφέλιμο για τον αθλητή που το υιοθετεί. Στο συνδετικό στυλ προσοχής, όπου η σκέψη βρίσκεται διαρκώς στην απόδοση μέσα στον αγώνα και τη λειτουργία του σώματος, είναι πιο εύκολο ο αθλητής να νιώσει την κόπωση και το δυσάρεστο συνοδευτικό συναίσθημα. Το έντονο αίσθημα της κόπωσης μεταφράζεται πολλές φορές σε συναίσθημα άρνησης και απόσυρσης από τη συνέχεια. Από την άλλη πλευρά, το αρνητικό στοιχείο στο αποσυνδετικό στυλ προσοχής είναι ότι, ο αθλητής μη δίνοντας σημασία στα ερεθίσματα που «στέλνει» το σώμα του αλλά σε άσχετα με τον αγώνα στοιχεία, είναι πιθανό να απολέσει τον έλεγχο του ρυθμού του.
Από τα δύο στυλ προσοχής κατά τη διάρκεια αγώνα, δεν υποστηρίζεται κάποιο ως το ενδεδειγμένο ή το περισσότερο καλό. Το κάθε στυλ υιοθετείται από εκείνον για τον οποίο λειτουργεί προς όφελός του. Έρευνες σε αθλητές μαραθωνίου έδειξαν ότι οι περισσότερο επιτυχημένοι από τους αθλητές χρησιμοποιούσαν το συνδετικό στυλ προσοχής, θέλοντας να έχουν απόλυτη γνώση και συναίσθηση της αγωνιστικής διαδικασίας. Θεωρούσαν ότι η συνεχής επικοινωνία με το σώμα, την αναπνοή, το ρυθμό τους, εξασφαλίζει καλύτερη προσαρμογή και εκτίμηση της κατάστασης. Η απόλυτη επιτυχία σε αυτό το επίπεδο συνδέεται με την απόλυτη επίγνωση και έλεγχο του αγώνα. Το συνδετικό στυλ προσοχής φαίνεται στις έρευνες να χρησιμοποιείται ιδιαίτερα στην προπόνηση, όπου ο αθλητής προσπαθώντας να γνωρίσει τα όριά του, «στρέφεται» προς τον εαυτό του και περισσότερο από τους άνδρες αθλητές έναντι των γυναικών, οι οποίες επιλέγουν κυρίως το αποσυνδετικό στυλ προσοχής. Σε μια έρευνα, στην οποία έγινε προσπάθεια να συγκεντρωθούν τα αποτελέσματα αρκετών μελετών που αφορούσαν στο θέμα της επιλογής του στυλ προσοχής, φάνηκε ότι το συνδετικό στυλ προσοχής σχετίζεται με ταχύτερο αποτέλεσμα στον αγώνα ενώ το αποσυνδετικό με μεγαλύτερη αντοχή. Παράλληλα, το αποσυνδετικό στυλ προσοχής δεν έδειξε να έχει σχέση με τραυματισμούς αντίθετα με το συνδετικό, στο οποίο παρατηρούνται περισσότεροι τραυματισμοί.
Συνοψίζοντας αναφορικά στις σκέψεις των αθλητών, σαφής απάντηση για το ενδεδειγμένο στυλ προσοχής δεν υπάρχει και ερευνητικά δεν έχει δειχθεί κάτι προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση αποκλειστικά. Υπάρχουν αθλητές οι οποίοι εναλλάσσονται κατά τη διάρκεια του αγώνα μεταξύ των δύο καταστάσεων σκέψης. Υψηλού επιπέδου αθλητές υποστήριξαν ότι η επιτυχία σε μαραθώνιους αγώνες, όπου ο οργανισμός εξωθείται στα άκρα και η οικονομία δυνάμεων και ενέργειας είναι κριτικής σημασίας, το συνδετικό στυλ είναι ίσως το πιο ωφέλιμο.

Κινητήριος Δύναμη
Όσοι ασχολούνται με την άσκηση περιγράφουν, αναφερόμενοι στα θετικά της στοιχεία, την ευχάριστη διάθεση που βιώνουν καθ’ όλη τη διάρκειά της. Η εμπλοκή με την άσκηση, ξεκινά ικανοποιώντας κατ΄ αρχάς κάποια από τα κίνητρα του ατόμου, είτε εσωτερικά είτε εξωτερικά. Τα κίνητρα αναφέρονται ως η αρχή της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Η λέξη προέρχεται από τη λατινική λέξη «motere» που σημαίνει «κινώ». Είναι οι ενεργοποιητές της ανθρώπινης συμπεριφοράς, με διαφορετική προέλευση, εσωτερική ή εξωτερική. Τα εσωτερικά κίνητρα αναφέρονται στην εσωτερική ανταπόδοση που λαμβάνει το άτομο, σχετικά με την πραγματοποίηση μιας δραστηριότητας. Μπορεί να είναι η βελτίωση της προσωπικής υγείας, η διασκέδαση, η καλύτερη εικόνα του σώματός του, η ικανοποίηση της περάτωσης μιας επίπονης (για τον ίδιο) φυσικής δραστηριότητας, η αύξηση της αυτοεκτίμησης. Τα εξωτερικά κίνητρα συνδέονται με ό,τι μπορεί να παρακινήσει το άτομο προς την άσκηση και βρίσκεται στο περιβάλλον του. Η παρέα με τους φίλους, η προσπάθεια για επικοινωνία, η βελτίωση της εικόνας μας απέναντι στους άλλους, η προτροπή των γύρω μας για άσκηση, συντελούν στην αποδοχή της φυσικής δραστηριότητας και την εμπλοκή μας σ΄ αυτή.
Οι έρευνες στον τομέα της άσκησης, ίσως και γενικότερα, περιγράφουν τα εσωτερικά κίνητρα ως πιο ισχυρά, για να ξεκινήσει και να παραμείνει κάποιος σε μια δραστηριότητα. Τα εξωτερικά κίνητρα αποτελούν με τη σειρά τους ένα πολύ σημαντικό παράγοντα στην προσπάθεια του ατόμου να «βρει» λόγους για να ξεκινήσει και να συνεχίσει να ασκείται. Τα εσωτερικά και εξωτερικά κίνητρα δεν λειτουργούν αντίθετα, αλλά αποτελούν στοιχεία που ενισχύουν το άτομο για να ενεργοποιηθεί. Είναι πιθανό κάποιος να ασκείται για τη βελτίωση της υγείας του και την άντληση ικανοποίησης και ευχάριστης διάθεσης (εσωτερικά κίνητρα) και παράλληλα να αναζητεί στο πεδίο άσκησης και την επικοινωνία με κάποιους φίλους, την κοινωνικοποίησή του ή τη βελτίωση της εξωτερικής του εικόνας για να είναι αρεστός (εξωτερικά κίνητρα). Το στοιχείο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή είναι το να μην ξεπεράσουν τα εξωτερικά κίνητρα σε ισχύ, τα εσωτερικά, ή να αθλούμαστε μόνο με εξωτερικό κίνητρο. Έχει διαπιστωθεί ερευνητικά ότι όταν το άτομο στηρίζεται μόνο σε εξωτερικό κίνητρο, είναι πιο εύκολο να κουραστεί ψυχολογικά, καθώς από ένα σημείο και έπειτα θα «ελέγχεται» από το περιβάλλον του και θα καθορίζει τη συμπεριφορά του με βάση την δραστηριότητα των γύρω του. Όταν τελικά θα σταματήσει να υφίσταται το εξωτερικό κίνητρο, θα σταματήσει και ο ίδιος την προσπάθειά του. Τα εσωτερικά κίνητρα από την άλλη είναι πιο σταθερά, δίνουν στο άτομο της αίσθηση της αυτονομίας και τη δυνατότητα να ασκείται και να βρίσκει ενδιαφέρον ακόμη και όταν είναι μόνο του. Υποστηρίζεται δε ότι, όταν τα εξωτερικά κίνητρα αποκτήσουν περισσότερη ισχύ έναντι των εσωτερικών, το άτομο σταματά να βιώνει ευχάριστο συναίσθημα από τη δραστηριότητα και εκλαμβάνει τη διαδικασία ως υποχρεωτική, άρα και με την πρώτη ευκαιρία πιθανό να την σταματήσει.
Χαρακτηριστική του ρόλου των κινήτρων είναι η παρακάτω ιστορία: Μια παρέα παιδιών συνήθιζε να παίζει στην αυλή ενός ηλικιωμένου κυρίου, κάθε απόγευμα μετά το σχολείο. Διασκέδαζαν, τους ευχαριστούσε η παρέα και το παιχνίδι, βίωναν ευχάριστα συναισθήματα, με την απόλυτη ανοχή του ιδιοκτήτη της αυλής ο οποίος απολάμβανε με τη σειρά του την «παρέα» από τις φωνές των παιδιών. Κάποια ημέρα ο ηλικιωμένος κύριος θέλοντας να ανταποδώσει στα παιδιά τη συντροφιά τους, τους προσέφερε ένα μικρό ποσό, ως φιλοδώρημα, με σκοπό να ενισχύσει τα κίνητρά τους και να παραμείνουν για μεγάλο διάστημα στον ίδιο χώρο. Από την ημέρα εκείνη τα παιδιά, λαμβάνοντας το κίνητρο της παρουσίας τους στο χώρο παιχνιδιού ως εξωτερικό, μείωσαν την παρουσία τους ωσότου τελικά σταμάτησαν να πηγαίνουν, ακόμη και αν υπήρχε το φιλοδώρημα ως κίνητρο. Η ισχυρή παρουσία του εξωτερικού κινήτρου στην παρούσα φάση και η αίσθηση ότι κάποιος άλλος ελέγχει την εκεί παρουσία τους, μείωσε την ευχαρίστηση που βίωνε η παρέα των παιδιών και σταδιακά τους οδήγησε στην απομάκρυνση.
Η εμπλοκή με την άσκηση και ο χρόνος παραμονής μας σ’ αυτή εξαρτάται κατά κύριο λόγο από το κίνητρο για το οποίο δραστηριοποιούμαστε από το «γιατί» της συμπεριφοράς μας. Όταν το «γιατί» απαντά σε εσωτερικά, δικά μας, προσωπικά ερωτήματα, η συμπεριφορά μας σταθεροποιείται και μας ικανοποιεί. Όταν προσπαθεί να απαντήσει σε ερωτήματα του περιβάλλοντός μας, τότε η συμπεριφορά μας θα σταματήσει, καθώς το συγκεκριμένο ερώτημα δεν έχει προέλευση και ο «εξωτερικός» παρακινητής παύει κάποια στιγμή να υφίσταται. Όπως και οι περισσότερες δραστηριότητες της ζωής μας έτσι και η άσκηση απαιτεί το να βρούμε και να ξεκαθαρίσουμε την αιτία για την οποία εμπλεκόμαστε ή να αναζητήσουμε την εσωτερική μας ικανοποίηση, ώστε να «εξασφαλίσουμε» την μέγιστη δυνατή παραμονή μας και την αποκόμιση των μεγαλύτερων δυνατών ωφελειών από τη φυσική δραστηριότητα.

Ο ρόλος των γονέων στον αθλητισμό
Η συμμετοχή των παιδιών στον αθλητισμό συνδέεται με την παρουσία του γονέα και την συμπεριφορά του, άλλοτε ενθουσιώδης και υποστηρικτική, άλλοτε πιεστική και απαιτητική. Οι γονείς στον αθλητισμό περιγράφονται ως η βάση του αθλητή, η «πηγή» των περισσότερων χαρακτηριστικών στοιχείων του, στοιχεία που τον συνοδεύουν όχι μόνο στον αθλητισμό αλλά και σε όλη του τη ζωή. Ο Φρόϋντ (κύριος εισηγητής της επιστήμης της Ψυχολογίας) υποστήριζε ότι η προσωπικότητα των παιδιών διαμορφώνεται από τα 4 έως και τα 7 πρώτα χρόνια της ζωής του. Στο χρονικό αυτό σημείο, η παρουσία και η συμπεριφορά των γονέων του κρίνεται καθοριστική και ό,τι αποκτήσει ως χαρακτηριστικό προσωπικότητας, θα εκδηλωθεί μετέπειτα σε όλες τις δραστηριότητές του. Θεωρώντας ότι η ανάπτυξη των παιδιών δεν είναι προδιαγεγραμμένη, η επίδραση των γονέων στον αθλητισμό είναι, ωστόσο, σημαίνουσα. Καθορίζει τη στάση του παιδιού προς τον αθλητισμό, προς τους συναθλητές, τους προπονητές του, τους στόχους του γενικότερα. Είναι κρίσιμης σημασίας ακόμη και για την απόδοση του αθλητή, επιτυχημένη ή μη.
Στην παρακάτω λίστα παρουσιάζονται κάποια από τα στοιχεία που αξίζουν προσοχής από τους γονείς, συνοδεύοντας τα παιδιά τους στον αθλητισμό.
· Στηρίξτε τις επιλογές των παιδιών ως προς το άθλημά τους, ακόμη και αν δεν σας βρίσκουν απόλυτα σύμφωνους. Επιτρέψτε στο παιδί να αποφασίσει μερικώς για τα πράγματα που το αφορούν, ώστε να χτίζει σταδιακά την αυτονομία του. Ακόμη και η επιλογή του να σταματήσει τον αθλητισμό, απαιτεί υποστήριξη από τους γονείς.
· Εκπαιδεύστε τα παιδιά να σέβονται τους προπονητές τους. Αποτελείτε παράδειγμα όταν δείχνετε και εσείς με τη σειρά σας σεβασμό. Είναι ζωτικής σημασίας για την παραμονή και εξέλιξη του παιδιού το να ακούει και να εμπιστεύεται τις συμβουλές και τις οδηγίες του προπονητή του. Η διαφωνία που εκδηλώνουν οι γονείς προς τον προπονητή γίνεται αντιληπτή από τα παιδιά σε μεγαλύτερο εύρος και επηρεάζει τη συναισθηματική τους στάση τόσο προς τον προπονητή όσο και προς τον αθλητισμό γενικότερα. Η εμπιστοσύνη του αθλητή προς τον προπονητή του είναι ιδιαίτερα σημαντική στην ανάπτυξη της αυτοπεποίθησης από την πλευρά του αθλητή και την άντληση σιγουριάς και ασφάλειας.
· Δείξτε προθυμία στο να αφήνετε τα παιδιά να κάνουν λάθη και να μαθαίνουν από αυτά. Όταν το παιδί κάνει λάθος ρωτήστε το αν θέλει να το συζητήσετε και έπειτα αναφερθείτε στο λόγο για τον οποίο πιστεύει ότι έγινε, τι θα μπορούσε να είχε κάνει διαφορετικά, τι έμαθε από το λάθος του.
· Προσπαθήστε να δείχνετε και να είστε υποστηρικτικοί, με ενδιαφέρον, ήπιοι στις αντιδράσεις σας. Αποδεχτείτε με θετική στάση τη διαδικασία ανάπτυξης των παιδιών και τα φυσικά τους χαρακτηριστικά. Αναγνωρίστε την προσπάθειά τους και την επιτυχία τους, ακόμη και τη μικρότερη δυνατή.
· Απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή η εμπλοκή των γονιών με τη δραστηριότητα των παιδιών. Ορισμένοι γονείς προσπαθούν να επιτύχουν μέσα από το άθλημα των παιδιών και να αναδείξουν στοιχεία, τα οποία εκείνοι δεν είχαν την ευκαιρία να αναδείξουν στο παρελθόν. Το συγκεκριμένο φαινόμενο ονομάζεται «παγίδα αντίστροφης εξάρτησης» και χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα πιεστική συμπεριφορά του γονέα προς τον παιδί, άκρως παρεμβατική στην δουλειά του προπονητή. Η αντίστροφη εξάρτηση αναφέρεται στο γεγονός ότι πλέον ο γονέας εξαρτά την επιτυχία του ως άνθρωπος από την επιτυχία του αθλητή.
· Η πίεση προς τον αθλητή είναι συμπεριφορά που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Τα παιδιά που πιέζονται πάνω από τις ικανότητές τους, είναι πιθανόν να χάσουν την αυτοπεποίθησή τους, να αναπτύξουν άρνηση και εκνευρισμό προς τους γονείς τους, να αισθανθούν ανασφαλή για τις δυνατότητές τους και να σταματήσουν να προσπαθούν. Ορισμένες φορές αυτή η πίεση μεταφέρεται και επηρεάζει τις διατροφικές τους συνήθειες και τον ύπνο τους.
Θυμηθείτε ότι τα περισσότερα παιδιά κάνουν αθλητισμό σε μικρή ηλικία, κυρίως για να διασκεδάζουν. Όταν ο αθλητισμός γίνεται πιεστικός και εκλύει αρνητικά συναισθήματα, οδηγούνται σταδιακά στην αποφυγή του και τελικά στην απόσυρση. Βοηθείστε και στηρίξτε τα παιδιά, ώστε η εμπειρία του αθλητισμού να είναι θετική, διασκεδαστική και να αποκομίσουν όσο το δυνατόν περισσότερα, ωφέλιμα για εκείνα, στοιχεία.
Learn More
Ψάχνοντας στο λάθος σημείο!
Είναι η ιστορία ενός άνδρα, ο οποίος περνώντας έξω από το σπίτι ενός φίλου του αργά το βράδυ, συνάντησε τυχαία τον μεθυσμένο φίλο του, πεσμένο στα γόνατα κάτω από το φως μιας λάμπας, να ψάχνει για κάτι. Ο άνδρας ρώτησε τον μεθυσμένο φίλο του «Τι κάνεις πεσμένος εκεί κάτω?». Εκείνος τρικλίζοντας απάντησε: «Έχασα τα κλειδιά μου και δεν μπορώ να τα βρω». Ο άνδρας, πιστεύοντας ότι τα κλειδιά μπορεί να είναι οπουδήποτε ρώτησε: «Έχεις καμιά ιδέα για το που μπορεί να σου έπεσαν?» και εκείνος απάντησε: «Ναι, νομίζω μπροστά στην πόρτα του σπιτιού μου». Ο άνδρας συγχυσμένος τον ρώτησε: « Και τότε γιατί ψάχνεις εδώ?». Ο μεθυσμένος φίλος με φυσικότητα του απάντησε: «Γιατί μπροστά στην πόρτα είναι πολύ σκοτεινά και εδώ έχει περισσότερο φως».
Είναι απαραίτητο να αναζητούμε τα αίτια μιας κατάστασης σε σημεία διαφορετικά από τα προφανή.
Learn More
Ψυχολογικά οφέλη της άσκησης
Ψυχολογικά οφέλη της άσκησης
Η σωματική άσκηση αναφέρεται ως μορφή εκγύμνασης του σώματος και του πνεύματος, με την ύπαρξη παράλληλα και επίδρασης επί της ψυχολογικής κατάστασης του ασκούμενου. Τα οφέλη της άσκησης στην ψυχολογική κατάσταση του ατόμου αποτελούν αντικείμενο έρευνας τα τελευταία χρόνια και προσδίδουν στη φυσική δραστηριότητα ένα εύρος θετικών ψυχικών επιδράσεων προς τον ανθρώπινο οργανισμό. Τα οφέλη σχετίζονται με τη βελτίωση της ανθρώπινης διαβίωσης και την ποιότητα ζωής. Αναφέρονται πιο συγκεκριμένα στη(ν):
- Βελτίωση της διάθεσης
Η βελτίωση της καρδιαγγειακής λειτουργίας και η έκκριση χημικών ουσιών στον οργανισμό, μέσω της άσκησης, έχει άμεση επίδραση στη διάθεση του ασκούμενου. Η ευχάριστη διάθεση συνδέεται με χημικές ουσίες που εκκρίνονται στον εγκέφαλο και επιδρούν στην ψυχολογική κατάσταση του ατόμου. Τέτοιου είδους χημικές ουσίες είναι η νορεπινεφρίνη, η σεροτονίνη και η ντοπαμίνη, οι οποίες ασκούν θετική επίδραση στην ψυχολογική διάθεση. Στη βιβλιογραφία αναφέρεται επίσης ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις άσκησης, η έκκριση των χημικών ουσιών παρουσιάζει στον εγκέφαλο δράση ανάλογη με τη δράση της μορφίνης, προκαλώντας γενική ευφορία. Η συγκεκριμένη επίδραση έχει αναφερθεί ως «το ανέβασμα του δρομέα» (runner’s high).
- Μείωση του άγχους και παράλληλη ανάπτυξης της ικανότητας να ανταπεξέρχομαι στο στρες
Η άσκηση βοηθά το άτομο να «αποκλείσει» από τη σκέψη του για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (όσο διαρκεί η άσκηση και για λίγο χρόνο μετά) τα όποια προβλήματα και ανησυχίες το απασχολούν, με αποτέλεσμα να «απαλλάσσεται» και από το άγχος. Σύμφωνα με τις θεωρίες περί του άγχους, όσο πιο πολύ σκεφτόμαστε ένα γεγονός ή ένα θέμα που μας προβληματίζει, τόσο περισσότερο ωθούμε τον εαυτό μας στη βίωση άγχους. Πολλές φορές το πρόγραμμα άσκησης δεν καταλήγει στην άμεση μείωση του άγχους, αλλά αυτή η μείωση επέρχεται με καθυστέρηση 30-90 λεπτών. Στην περίπτωση αυτή αναφέρεται στη διεθνή βιβλιογραφία ως «καθυστερημένη αγχολυτική επίδραση» (delayed anxiolytic effect)
- Ικανοποίηση από την επίτευξη στόχων της άσκησης
Ο ασκούμενος τοποθετεί σε κάθε μορφή άσκησης ένα στόχο, η επίτευξη του οποίου δίνει ικανοποίηση και αποτελεί βασικό παρακινητικό παράγοντα για την μελλοντική συνέχιση της άσκησης.
- Βελτίωση της αυτοεκτίμησης
Η βίωση θετικού συναισθήματος και η επίτευξη του στόχου επί της άσκησης καλλιεργεί στο άτομο και θετικά συναισθήματα για τον εαυτό του, αυξάνοντας την αυτοεκτίμησή του. Παράλληλα αυξάνει και την αυτό-αποτελεσματικότητά του έναντι στο τι είναι ικανό να πραγματοποιήσει, ιδιαίτερα σημαντικό όφελος για τις μεγαλύτερες ηλικίες.
- Βελτίωση της αυτό-εικόνας
Η άσκηση συνδέεται άρρηκτα με την σωματική κατάσταση και εμφάνιση του ατόμου καθώς βελτιώνει την εξωτερική του εικόνα. Η εξωτερική εμφάνιση επηρεάζει την εικόνα που έχει το άτομο για τον ίδιο του τον εαυτό (αυτό-εικόνα), βιώνοντας συναίσθημα αποδοχής και ευχαρίστησης για την εμφάνισή του.
- Αυξημένα επίπεδα ενέργειας
Η θετική διάθεση που πηγάζει από την άσκηση, η αυξανόμενη αυτοεκτίμηση και ικανοποίηση του ατόμου αποτελούν στοιχεία για την παραγωγή σωματικής και ψυχολογικής ενέργειας. Παράλληλα, καθιστά τον ασκούμενο περισσότερο κινητικό και λειτουργικό, περισσότερο παραγωγικό και στον τομέα της εργασίας του.
- Αυτοπεποίθηση που πηγάζει από τις σωματικές-φυσικές μας ικανότητες
Η ενασχόληση του ατόμου με την άσκηση και η επίτευξη των επιμέρους στόχων επ’ αυτής, καλλιεργούν και αυξάνουν την αυτοπεποίθηση του ατόμου. Η αυτοπεποίθηση συνδέεται με την αίσθηση ότι μπορεί το άτομο να φέρει εις πέρας το πρόγραμμα άσκησης, το οποίο συνεισφέρει στη βίωση της προσωπικής ικανότητας από την πλευρά του ασκούμενου.
- Προφύλαξη από συναισθηματικές διαταραχές
Η έρευνα στο χώρο των συναισθηματικών διαταραχών καταδεικνύει ότι τα παραπάνω οφέλη που αποκομίζει το άτομο από την άσκηση, θωρακίζουν εν μέρει και προφυλάσσουν το άτομο από συναισθηματικές διαταραχές, συνδεόμενες με αίσθημα ατονίας, απώλειας ικανοποίησης και ενέργειας.
- Μείωση συμπτωμάτων που συνδέονται με ψυχικές διαταραχές
Η άσκηση έχει χρησιμοποιηθεί σε πολλά παρεμβατικά προγράμματα για την αποκατάσταση ψυχικών διαταραχών ως συνοδή και βοηθητική λειτουργία. Υποστηρίζεται ότι μόνο η άσκηση δεν μπορεί να αποτελεί θεραπεία για ψυχικές διαταραχές αλλά αναδεικνύεται ο βοηθητικός της ρόλος. Στη θεραπευτική διαδικασία ψυχικών διαταραχών είναι απαραίτητο να ελεγχθεί εξονυχιστικά το προτεινόμενο πρόγραμμα άσκησης καθώς το μη ενδεδειγμένο, είναι πιθανόν να αποδώσει τα αντίθετα από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.
Ως άσκηση θεωρείται ακόμη και ένας περίπατος χαμηλής έντασης, ο οποίος δύναται να βελτιώσει τα επίπεδα διάθεσης και ενέργειας του ατόμου. Ο χρόνος διάρκειας της άσκησης καθώς και η εβδομαδιαία συχνότητά της, ώστε να είναι ωφέλιμη, ποικίλουν στα αποτελέσματα των ερευνητών. Οι πιο πρόσφατες έρευνες καταδεικνύουν την καθημερινή άσκηση ως την ιδανικότερη συχνότητα για την αποκόμιση θετικών επιδράσεων. Παράλληλα αναφέρεται ότι η υψηλή ένταση στην άσκηση προκαλεί αρκετές φορές αρνητικά συναισθήματα, αν ο ασκούμενος δεν είναι συνηθισμένος σε υψηλά επίπεδα έντασης.
Για την υιοθέτηση της άσκησης στη ζωή μας, θα ήταν καλό να τεθούν εξ’ αρχής κάποιοι στόχοι για τους οποίους το άτομο την εισάγει στο πρόγραμμά του. Η μείωση της έντασης, η βελτίωση της φυσικής κατάστασης και αρκετοί από τους παραπάνω παράγοντες είναι στόχοι που αυξάνουν την προσωπική μας δέσμευση έναντι της άσκησης. Στις Η.Π.Α. οι έρευνες δείχνουν ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των ατόμων που ξεκινούν άσκηση, την εγκαταλείπουν το περισσότερο σε διάστημα έξι μηνών. Απαιτείται τοποθέτηση στόχων για να υφίσταται προσωπικό ενδιαφέρον και να βιώνει ο ασκούμενος τα οφέλη της άσκησης.
Learn More
Άσκηση και παιδί
Η άσκηση έχει οφέλη… Κι αν δεν του αρέσει;
Υπάρχουν παιδιά που η ώρα που χτυπά το κουδούνι για γυμναστική κρύβονται στην τουαλέτα ή προφασίζονται ότι πονάει η κοιλιά τους. Γιατί αποφεύγουν την άσκηση και πώς μπορούν να μάθουν να την αγαπούν;
Ποια παιδιά δεν αγαπούν την άσκηση;
Για να οδηγηθεί ένα παιδί στην αποφυγή της άσκησης θα πρέπει να συντρέχουν κάποιοι παράγοντες όπως:
· Να μην αγαπούν οι γονείς του την άσκηση. Θα πρέπει να εξεταστεί το πρότυπο άσκησης μέσα στην οικογένεια. Το κατά πόσο είναι αποδεκτή η άσκηση και κυρίως αν αποτελεί τρόπο ζωής των μελών της οικογένειας, της μητέρας ή και του πατέρα.
· Να μην νιώθει ότι τα καταφέρνει. Η άσκηση, που πρέπει να ξεκινά γύρω στα 2 με 2,5 χρόνια, θα πρέπει έως και την ηλικία των 8 με 9 ετών να αντιμετωπίζεται ως παιγνίδι. Θα πρέπει όμως το παιδί να νιώθει πως μέσα στα πλαίσια του παιγνιδιού μπορεί να επιτυγχάνει τους στόχους του. Αν το παιγνίδι του δίνει την αίσθηση ότι δεν μπορεί να τα καταφέρει, τότε το παιδί σταδιακά αποσύρεται για να μην νιώθει αυτή την ακύρωση.
· Να μην έχει το παιδί καλή εικόνα εαυτού. Ένα πιθανό μυοσκελετικό πρόβλημα του παιδιού ή υπερβάλλον βάρος μπορεί να μεγαλώσει τις πιθανότητες μη επιτυχούς συμμετοχής του παιδιού σε ένα συμμετοχικό παιγνίδι – άθλημα. Με τον τρόπο αυτό, το παιδί στιγματίζεται, ενισχύεται η κακή εικόνα που έχει για το σώμα του, πληγώνεται εύκολα, με αποτέλεσμα να αποφεύγει πλέον συστηματικά αυτό που αναδεικνύει την «αρνητική» του πλευρά.
Πώς θα το κάνουμε να αγαπήσει την άσκηση
Τι πραγματικά του αρέσει: Ο μοναδικός σωστός τρόπος για να οδηγήσουμε το παιδί σε μία ομαλά καλή και σωστή σχέση με την άσκηση, ώστε να γίνει τρόπος ζωής και να έχει τα μέγιστα οφέλη γι’ αυτό είναι να διερευνήσουμε τι πραγματικά θέλει, τι του αρέσει. Σε κάποια παιδιά αρέσει η ομαδική άσκηση, το ομαδικό παιγνίδι, άλλα προτιμούν πιο μοναχικά «σπορ», άλλα πιο έντονα, λιγότερα έντονα, επαφή με το νερό, κ.λπ. Αν το παιδί βρει το δικό του δρόμο, τον δικό του λόγο που κάνει μία μορφή άσκησης, δεν θα παραιτηθεί ποτέ από αυτή. Αντιθέτως, αν τα κίνητρά του είναι να ικανοποιήσει τους γονείς του, η να γίνει αποδεκτός από τους φίλους του ή να μπει στο πανεπιστήμιο, κ.ο.κ., τότε είναι πολύ πιθανόν πως πολύ γρήγορα θα παραιτηθεί από αυτήν και ίσως οδηγηθεί και σε ανταγωνιστικές ή ακραίες συμπεριφορές εξαιτίας του «λάθους» λόγου για τον οποίο αθλείται.
Είναι σημαντικό να μάθουμε στα παιδιά πως η αξία κάθε τύπου άθλησης ή άσκησης είναι η συμμετοχή σε αυτήν και όχι η οποιαδήποτε νίκη, γι’ αυτό πρέπει να επιβραβεύουμε τα παιδιά κάθε φορά που συμμετέχουν και όχι που κερδίζουν.
Προσοχή στην Παγίδα Αντίστροφης Εξάρτησης.
Είναι συχνό το φαινόμενο οι γονείς να «περνάνε» στα παιδιά τους αυτό που δεν έκαναν οι ίδιοι ως ανάγκη των παιδιών τους. Στον αθλητισμό αυτό είναι ιδιαίτερα έντονο με αποτέλεσμα το παιδί να κάνει αθλητισμό για λάθους λόγους, κάτι ιδιαίτερα επικίνδυνο για τον ψυχισμό του διότι ο αθλητισμός είναι μία διαδικασία που έχει συνεχείς νίκες και ήττες. Έτσι, κάθε φορά που νικά νιώθει ότι γίνεται αποδεκτό και όταν χάνει νιώθει ότι το απορρίπτουν, με αποτέλεσμα να συνδέει την επιτυχία με την αγάπη και την αποτυχία με την αβεβαιότητα για την αγάπη των άλλων.
Άρθρο στο περιοδικό Forma
Learn More
Η πνευματική Συμμετοχή στους αγώνες
Ένας αθλητής κολύμβησης συμμετέχει κάθε χρόνο σε αρκετούς αγώνες, με διαφορετική για τον κάθε αγώνα σκοπιμότητα. Ορισμένοι από τους αγώνες χαρακτηρίζονται ως «σημαντικοί», ενώ κάποιοι από τους αγώνες αναφέρονται από τους αθλητές και τους προπονητές, ως αγώνες «προετοιμασίας». Ο σκοπός της συμμετοχής είναι, για κάθε προπονητή και αθλητή, διαφορετικός.
Σωματικά, μέσα από τους αγώνες «προετοιμασίας», ο αθλητής επιθυμεί να βρει σταδιακά το ρυθμό του, να διορθώσει πιθανώς κάποια στοιχεία στην τεχνική του, συμβάλλοντας στην αρτιότερη προετοιμασία του για τον αγώνα «στόχο». Οι αγώνες «προετοιμασίας» προσφέρουν στους αθλητές τη δυνατότητα να προετοιμάσουν τον εαυτό τους και ψυχολογικά-πνευματικά για τον αγώνα «στόχο».
Το σημαντικότερο στοιχείο του αγώνα «προετοιμασίας» είναι η εφαρμογή όσων έχει δοκιμάσει ο αθλητής στην προπόνηση, ώστε να είναι σίγουρος για την πληρότητα της προπόνησής του. Για να είναι εφικτό, θα πρέπει ο αθλητής να συμμετάσχει με συγκέντρωση, διάθεση, σοβαρότητα και την απαιτούμενη ενέργεια. Όταν ο αθλητής δεν αποδίδει καλά σωματικά-τεχνικά, αλλά εμφάνιζει τα απαραίτητα ψυχοπνευματικά στοιχεία, δίνει στον προπονητή και τον εαυτό του τη δυνατότητα εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων και διόρθωσης των λαθών. Όταν, ωστόσο, δεν είναι συγκεντρωμένος, δεν είναι ήρεμος και σοβαρός, δεν βγάζει ενέργεια στον αγώνα και παράλληλα δεν αποδίδει καλά, ούτε ο προπονητής ούτε ο αθλητής μπορούν να γνωρίζουν τι πρέπει να διορθωθεί. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αγώνας «προετοιμασίας» δεν επιβεβαίωσε το σκοπό της συμμετοχής του αθλητή και δεν προσέφερε κάποιο στοιχείο για την περαιτέρω βελτίωσή του.
Οι αγώνες «προετοιμασίας», δίνουν τη δυνατότητα στον αθλητή να εφαρμόσει και να ελέγξει κάποια ψυχοπνευματικά στοιχεία που απαιτούνται για την ολοκληρωμένη προετοιμασία του. Είναι μια ευκαιρία για τον αθλητή να ελέγξει το αν μπορεί να συγκεντρωθεί στον αγώνα για μεγάλο χρονικό διάστημα, αν μπορεί να αγωνίζεται χωρίς να διασπάται από το περιβάλλον του, αν μπορεί να ελέγξει την επίδραση των αντιπάλων στην απόδοσή του. Εντοπίζει τα «προβλήματά» του και θέτει στόχους να τα ξεπεράσει.
Οι αγώνες «προετοιμασίας» αντιμετωπίζονται συνήθως από τους αθλητές χωρίς διάθεση και ενέργεια, με χαμηλό ενδιαφέρον σε σχέση με τον αγώνα «στόχο». Το γεγονός αυτό, υποβαθμίζει τον αγώνα «προετοιμασίας» και αντίθετα μεγαλοποιεί στη σκέψη του αθλητή τον αγώνα «στόχο», φορτίζοντάς τον με άγχος, καθώς λαμβάνει τον συγκεκριμένο αγώνα ως κάτι «ξεχωριστό». Όσο λιγότερο ενδιαφέρον δείχνει ο αθλητής στους αγώνες «προετοιμασίας», τόσο περισσότερο επιρρεπής είναι στο να βιώσει άγχος στον αγώνα «στόχο». Η τοποθέτηση στόχων στους αγώνες «προετοιμασίας», η αντίληψή τους ως «σημαντικοί», βοηθά τον αθλητή να προσαρμοστεί στην αγωνιστική διαδικασία και μάθει να διαχειρίζεται τον εαυτό του και τις απαιτήσεις του.
Για τη συμμετοχή στους αγώνες το ερώτημα τίθεται ως εξής: «Σωματικά πέφτω σε πολλούς αγώνες. Πνευματικά σε πόσους;». Σκοπός της συμμετοχής στους αγώνες είναι να είμαι «εκεί» σε όλους τους αγώνες, για να έχω κέρδος από όλους τους αγώνες.
Η διαδικασία σωματικής και πνευματικής συμμετοχής στους αγώνες ξεκινά από την προπόνηση, όπου πιθανόν να διαχωρίζω κύρια σετ από χαλαρές προπονήσεις; Έχουν εν τέλει διαφορές; Μπορώ να κερδίζω και από τις δύο;
Άρθρο στην ιστοσελίδα του Κολυμβητικού Ομίλου Ποσειδώνας Ιλισίων
Learn More

