
Πώς τα παιδιά επιλέγουν αθλήματα;
Το καλύτερο άθλημα για ένα παιδί είναι αυτό που βρίσκει διασκεδαστικό και ενδιαφέρον. Οι παράγοντες που συνδέονται με την επιλογή αθλήματος είναι αρκετοί και σχετίζονται είτε με το παιδί, είτε με τους γονείς αλλά και τη διαθεσιμότητα/προσβασιμότητα σε κάθε άθλημα. Ίσως δεν είναι εύκολο να καθοριστούν επακριβώς οι «κανόνες» που λαμβάνονται υπ’ όψιν για την επιλογή αθλήματος, ίσως τελικά και να μην υπάρχει «σωστή» ή «λάθος» επιλογή. Πριν επιλέξουμε ένα άθλημα, θα χρειαστεί να διασαφηνίσουμε τι τελικά αναζητάμε: να το απολαμβάνει το παιδί, να «εκπληρώσει» την επιθυμία του γονέα ή να βρεθεί το πιο «βολικό» με βάση την απόσταση ή την ώρα προπόνησης;
Αν τεθεί ως προτεραιότητα η ευχαρίστηση του παιδιού τότε οι έρευνες δείχνουν ότι όταν τα παιδιά επιλέγουν «μόνα» τους το άθλημα που θα ακολουθήσουν, έχουν περισσότερες πιθανότητες να παραμείνουν σε αυτό για μεγάλο χρονικό διάστημα: «Παραμένω περισσότερο σε κάτι που εγώ έχω επιλέξει». Για την επιλογή αυτή, ο πλέον ενδεδειγμένος τρόπος είναι να εκτεθεί το παιδί σε μια ποικιλία από αθλήματα-δραστηριότητες, όπου οι επιθυμίες και οι ικανότητες του παιδιού θα λειτουργήσουν ως οδηγός για περαιτέρω δέσμευση.
Στην περίπτωση αυτή το παιδί έχει τη δυνατότητα να δοκιμάσει διαφορετικά αθλήματα και να επιλέξει αυτό που θα του φανεί πιο ενδιαφέρον και κυρίως, διασκεδαστικό. Θα επιλέξει ένα άθλημα γιατί σ’ αυτό βρίσκονται οι φίλοι του, γιατί συμπάθησε τον προπονητή, είτε γιατί του φάνηκε πολύ διασκεδαστική η εμπειρία της προπόνησης. Τα παιδιά κάνουν αθλητισμό με βασική αιτία τη διασκέδαση. Σε ό,τι επιλέξει, οι γονείς προσπαθούν να είναι ενθαρρυντικοί.
Ταυτόχρονα με τις επιλογές των παιδιών, οι ερευνητές προτείνουν να απασχολείται το παιδί και σε δεύτερο άθλημα παράλληλα, αν το επιζητεί. Αυτό θα συμβαίνει ως και την ηλικία των δώδεκα ετών περίπου, όταν και θα κληθεί να επιλέξει το άθλημα που τον ικανοποιεί περισσότερο ως μελλοντικό αθλητή.
Αν το παιδί έχει τη δυνατότητα να δοκιμάσει διαφορετικά αθλήματα στην ηλικία των 4-5 ετών, θα «ανακαλύψει» μόνο του τις όποιες ευκολίες ή δυσκολίες περιλαμβάνει το άθλημα, τις ιδιαιτερότητες που καλείται να διαχειριστεί σε κάθε περιβάλλον, την κλίση του σε ένα άθλημα. Αν το άθλημα του φανεί εύκολο και ευχάριστο και παράλληλα ο προπονητής φιλικός και ενθαρρυντικός, θα έχει διαμορφώσει ήδη μια πρώτη καλή εικόνα για το περιβάλλον του αθλητισμού, τέτοια που θα του «επιτρέπει» να διατηρηθεί στο χώρο για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Σε κάθε περίπτωση είναι επίσης σημαντικό να τονιστεί ότι ο διαχωρισμός σε «καλύτερα» και «χειρότερα» αθλήματα ίσως να είναι αδόκιμος. «Το καλύτερο» άθλημα είναι εκείνο που προβάλλει ως βασική επιδίωξη τη χαρά του παιδιού, εκείνο που ικανοποιεί τις ανάγκες του για κοινωνικοποίηση, χαρά, διασκέδαση. Και το «καλύτερο» ή «χειρότερο» δεν αναφέρεται εν τέλει στο άθλημα αλλά στις συνθήκες προπόνησης, στο περιβάλλον του αθλήματος, στον προπονητή και τη συμπεριφορά του.
Αν το παιδί έμμεσα «κατευθυνθεί» σε ένα άθλημα, δεν θα μας κάνει εντύπωση στο μέλλον η χαμηλή του δέσμευση και η δυσφορία που δείχνει την ώρα της αναχώρησης για την προπόνηση: Καλείται να πάει να διασκεδάσει σε ένα περιβάλλον που κάποιος «άλλος» επέλεξε για τη διασκέδασή του!
Learn More
Να βλέπουν οι γονείς την προπόνηση;
Ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους τα παιδιά εισέρχονται και παραμένουν στον αθλητισμό είναι «για να με βλέπουν οι γονείς μου». Να βλέπουν το παιδί-αθλητή να προσπαθεί, να κουράζεται, να χαίρεται και να διασκεδάζει.
Αποτελεί εν τέλει «διασκέδαση» για τα παιδιά η συχνή παρουσία των γονέων στην προπόνηση; Για τους προπονητές «Όχι», για τους γονείς αποτελεί επιθυμία τους να παρακολουθούν τα παιδία να «αγωνίζονται».
Η «επίδραση» της παρουσίας των γονέων στην προπόνηση περιλαμβάνει μια σειρά από ειδικές συνθήκες.
Ο ρόλος του γονέα στην αθλητική δραστηριότητα του παιδιού είναι να του παρέχει τη συναισθηματική και υλική υποστήριξη που του χρειάζεται και να ενθαρρύνει τη δραστηριοποίησή του. Όταν παρακολουθεί και σχολιάζει την προπόνηση λέγοντας ακόμη και ότι «θα πρέπει να δίνεις μεγαλύτερη προσοχή στον προπονητή όταν μιλά» ή «θα πρέπει να είσαι πιο συγκεντρωμένος», μοιραία περνά σε σχολιασμό της παρουσίας του παιδιού στην αθλητική δραστηριότητα. Για την «επιβολή» των κανόνων στην προπόνηση υπεύθυνος είναι ο προπονητής και αποτελεί «μάθημα» για το παιδί η «υπακοή» σε κανόνες που θέτει κάποιος άλλος εκτός των γονέων. Είναι βήμα για την κοινωνικοποίησή του!
Είναι πολύ δύσκολο για έναν γονέα να παρακολουθεί σε καθημερινή βάση το παιδί στην προπόνηση και να μην μπει στον πειρασμό του «ξέρω!». Αν νιώσει ότι έχει αποκτήσει εικόνα του αθλήματος, θα αρχίσει να κρίνει την απόδοση του παιδιού στην προπόνηση, να σχολιάζει τα «επιτεύγματά» του, να κρίνει την αποτελεσματικότητα του παιδιού. Θα μπει στη διαδικασία της αξιολόγησης του αθλητή, ο οποίος κάνει αθλητισμό για να το διασκεδάσει! Θα μπερδευτούν οι ρόλοι, θα αναλύονται τεχνικά θέματα, θα «κατηγορείται» το παιδί για ελλιπή προσπάθεια, θα συγκριθεί με τους συμπαίκτες του, θα αναπτύξει άγχος και εν τέλει θα φύγει.
Στην περίπτωση αυτή για το γονέα, είναι καλύτερα να μην «ξέρει»!
Η παρουσία του γονέα αποτελεί μια «έμμεση» εμπλοκή στην προπονητική διαδικασία. Τα παιδιά «μπαίνουν στον πειρασμό» να κοιτάξουν τους γονείς κατά τη διάρκεια της προπόνησης, τους αναζητούν επιζητώντας οτιδήποτε μπορεί να τους δείξει ότι ο γονέας «είναι εκεί και με παρακολουθεί». Νιώθει ασφαλές με την παρουσία του γονέα και τον επιζητά διαρκώς. Ενίοτε θα χαθεί στην αναζήτηση, θα απεμπλακεί από την προπόνηση, θα χάσει τη συγκέντρωσή του, θα απογοητευθεί βλέποντας το γονέα να δυσανασχετεί με μια προσπάθειά του. Η εικόνα του παιδιού που κοιτάζει σε κάθε προσπάθειά του για να δει την αντίδραση του γονέα είναι δημιούργημα των «μεγάλων».
Τι άραγε ψάχνει; Ίσως και να μην ψάχνει κάτι, ίσως να φοβάται την αντίδραση του γονέα και το τι σημαίνει για εκείνον η «ανεπιτυχής προσπάθεια». Μια προσπάθεια ενός παιδιού που μπήκε στον αθλητισμό, «για να διασκεδάσει!».
Και αν ταυτόχρονα η εισαγωγή του παιδιού στον αθλητισμό γίνεται για να «αυτονομηθεί» σταδιακά και να νιώσει ασφαλές σε ένα άλλο κοινωνικό περιβάλλον, η παρουσία του γονέα αντιτίθεται εμφανώς στην όλη προσπάθεια. Θα αυτονομηθεί με τη διαρκή παρουσία του γονέα;
Από την άλλη πλευρά η μη παρουσία του γονέα στην προπόνηση αποτελεί ένα τρόπο για ενίσχυση της αλληλεπίδρασης με τους άλλους. Είναι ένας έμμεσος τρόπος να δείξουμε στο παιδί ότι μπορεί να εμπιστευτεί και άλλο περιβάλλον, πέραν του οικογενειακού, να νιώσει μέλος μιας ομάδας ανθρώπων από τους οποίους μπορεί να αντλήσει ασφάλεια και υποστήριξη. Κοινωνικοποίηση δηλαδή……
Οι έρευνες δείχνουν ότι όσο περισσότερο ο γονείς παρακολουθούν προπονήσεις, όσο περισσότερο εμπλέκονται στο άθλημα του παιδιού, τόσο πιο γρήγορα εκείνο εγκαταλείπει τον αθλητισμό ή συνηθίζει το να προσπαθεί μόνο όταν είναι παρών και ο γονέας. Αυτός ήταν εξαρχής ο στόχος;
Η διαρκής παρουσία στην προπόνηση υποδηλώνει στα παιδιά ότι η ευτυχία μας, με κάποιο τρόπο, εξαρτάται από την απόδοσή τους. Πιεστικό για τους νεαρούς αθλητές. Η ευτυχία των γονέων ωστόσο θα ήταν λειτουργικό να «εξαρτάται» και από τη δική τους δραστηριότητα. Από το τι έκανε ο ίδιος την ώρα της προπόνησης, πόσο περπάτησε, πόσο έτρεξε, από το βιβλίο που θα μπορούσε να είχε διαβάσει ή από όσα άλλα πράγματα θα μπορούσε να είχε κάνει σε ένα δίωρο προπόνησης του παιδιού.
Learn More
Γονέας σαν προπονητής!
Στο πλαίσιο του αθλητισμού αναπτύσσονται συχνά καταστάσεις, οι οποίες εκφράζουν ταυτόχρονα προσωπικές επιθυμίες και εσωτερικές συγκρούσεις. Φαινομενικά δείχνουν λειτουργικές, αν αναλυθούν ωστόσο περισσότερο, αναδεικνύονται οι προβληματισμοί που εμπεριέχονται. Μια από τις πιο δύσκολες συνθήκες που εμφανίζονται στο αθλητικό πλαίσιο είναι η «επιλογή» του γονέα να «διατηρεί» ταυτόχρονα δύο ιδιότητες, την αυτονόητη και «άθελά» του, εκείνη του «προπονητή».
Η εμπλοκή του γονέα δεν είναι πάντοτε «προσχεδιασμένη», προσπαθεί να δείξει ενδιαφέρον για τη συμμετοχή του παιδιού στον αθλητισμό, να είναι κοντά του όσο περισσότερο γίνεται, να συζητήσει τους προβληματισμούς τους και τις ανησυχίες του, ακόμα και όταν αυτές αναφέρονται σε σημεία που αποτελούν «δουλειά του προπονητή». Κάπου εκεί φαίνεται να υπάρχει ένα όριο αναφορικά στο ποιος είναι ο ρόλος του γονέα και ποιος του προπονητή.
Αν ο γονέας επιλέξει να εμπλακεί, η βασική δυσκολία έγκειται στην αδυναμία του γονέα-«προπονητή» και του παιδιού-αθλητή να διαχωρίσουν τους ρόλους τους. Παρατηρείται σύγχυση των απαιτήσεων και των υποχρεώσεων του ενός προς τον άλλο. Ο γονέας στο αθλητικό πλαίσιο προσπαθεί να παρέχει συναισθηματική υποστήριξη, ενώ ο προπονητής επωμίζεται κυρίως την τεχνική καθοδήγηση του αθλητή. Η προσπάθεια για «ταύτιση» των δύο ρόλων, αναδεικνύει συνήθως ένα έντονα συναισθηματικά φορτισμένο «προπονητή», ο οποίος εκφράζεται μέσα από τον εκνευρισμό, την απογοήτευση, τη στεναχώρια, τον ενθουσιασμό, όλα σε υπερθετικό βαθμό, όπως και η διπλή ιδιότητά του. Μια ιδιότητα η οποία ακολουθεί τον «προπονητή» και στο σπίτι, όπου «κανονικά» θα αναλάμβανε τον ρόλο του γονέα, η σημαντικότητα όμως του αγώνα που «πέρασε» και τα έντονα συναισθήματα που άφησε, πυροδοτούν διαδοχικές συζητήσεις και στο οικογενειακό περιβάλλον της προπόνησης! Για τον αθλητή και τον γονέα σ’ αυτή την περίπτωση, η προπόνηση και ο αγώνας δεν τελειώνουν σχεδόν ποτέ, τοποθετώντας τους όλο και πιο βαθιά στους ρόλους τους. Το ερώτημα που εγείρεται πρώτιστα είναι το πότε πραγματικά αποφορτίζονται;
Ο αθλητής βιώνει περισσότερο έντονα την πεποίθηση ότι η αποδοχή του ως υιού ή κόρης από τον γονέα του, περνάει μέσα από την επιτυχημένη εμφάνιση στον αγώνα την οποία καλείται να αξιολογήσει ανάλογα ο «προπονητής» που είναι ο γονέας του! Για τον αθλητή οι απαιτήσεις εμφανίζονται να είναι πολλαπλάσιες.
Παράλληλα, ο αθλητής νιώθει ασφαλής στον αγωνιστικό χώρο εξαιτίας πιθανόν του συναισθηματικού δεσμού με τον γονέα που είναι «πάντα» παρών στο χώρο της προπόνησης και του αγώνα, ωστόσο κάποια στιγμή θα συνειδητοποιήσει ότι θα χρειαστεί να ζήσει μόνος του, να αυτονομηθεί, τόσο στην καθημερινότητά του όσο και στον αθλητισμό. Η «αποδέσμευση» σε εκείνη τη χρονική στιγμή θα είναι τόσο δύσκολη όσο και αναγκαία. Ανάλογα δύσκολο είναι και για τον γονέα να αποδεσμευτεί από τη «στενή προσκόλληση» καθώς ο ιός της υπερεμπλοκής προσβάλλει εύκολα αυτές τις σχέσεις!
Η διπλή ιδιότητα του γονέα-«προπονητή» είναι δύσκολη και ανέφικτη. Φαινομενικά κινείται με βάση την ανιδιοτέλεια και την υποστήριξη από την πλευρά του γονέα, αν αναλυθεί ωστόσο περισσότερο, καταδεικνύει μια σύγκρουση ρόλων, η οποία ορισμένες φορές καταλήγει σε «απομακρυσμένη» συνύπαρξη στην ίδια οικογένεια!
Learn More
Η αξία της συνείδησης του εαυτού
Η αξία της συνείδησης του εαυτού-Το φαινόμενο Dunning–Kruger
Η ικανότητα του ατόμου να αξιολογεί τον εαυτό του, να γνωρίζει σε ποια στοιχεία παρουσιάζει ιδιαίτερη ικανότητα και σε ποια χρειάζεται να βελτιωθεί, είναι απαραίτητη για οποιοδήποτε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Του παρέχει την δυνατότητα να βελτιώνεται, να προσαρμόζεται, να συνεργάζεται, να είναι δεκτικό σε οποιασδήποτε μορφή ανατροφοδότησης. Η έλλειψη της συνείδησης του εαυτού μελετήθηκε από τους Dunning και Kruger, οι οποίοι όρισαν την κατάσταση της «αυτό-αγνωσίας» ως ένα «φαινόμενο», μια γνωστική προκατάληψη, στην οποία μη ικανά άτομα «υποφέρουν» από μια απατηλή ανωτερότητα, αξιολογώντας λανθασμένα ότι η ικανότητά τους είναι πολύ υψηλότερη από ό, τι πραγματικά είναι. Απέδωσαν αυτή την προκατάληψη σε μια πνευματική αδυναμία των μη ικανών να αναγνωρίσουν τη δική τους ανεπάρκεια.
«Η λανθασμένη σύγκριση του ανίκανου προκύπτει από ένα λάθος για τον εαυτό του, ενώ η λανθασμένη σύγκριση των εξαιρετικά ικανών προκύπτει από ένα σφάλμα για τους άλλους».
Οι Ντάνινγκ και Κρούγκερ υποστήριξαν ότι για μια συγκεκριμένη δεξιότητα, οι μη ικανοί άνθρωποι θα:
• αποτυγχάνουν να αναγνωρίσουν τη δική τους έλλειψη δεξιοτήτων
• αποτυγχάνουν να αναγνωρίσουν την έκταση της ανεπάρκειας
• αποτυγχάνουν να υπολογίσουν με ακρίβεια τις δεξιότητες άλλων
• αντιλαμβάνονται και θα αναγνωρίζουν τη δική τους έλλειψη ικανότητας μόνο εφόσον εκπαιδευτούν σε αυτή τη δεξιότητα
“Αν είσαι ανίκανος, δεν μπορείς να ξέρεις ότι είσαι ανίκανος…. Οι δεξιότητες που χρειάζεσαι για να παράγουν μια σωστή απάντηση είναι ακριβώς οι δεξιότητες που χρειάζεσαι για να αναγνωρίσεις ποια είναι σωστή απάντηση.”
Το αξιοσημείωτο με την έλλειψη συνείδησης του εαυτού είναι ότι «οι άνθρωποι με χαμηλές επιδόσεις δεν μαθαίνουν από την ανατροφοδότηση που υποδηλώνει την ανάγκη να βελτιωθούν».
Προς την ίδια κατεύθυνση έχουν αναφερθεί παρόμοιες απόψεις:
«Η πραγματική γνώση είναι να ξέρεις την έκταση της άγνοιας» Κομφούκιος,
«Ένα από τα οδυνηρά πράγματα για την εποχή μας είναι ότι αυτοί που αισθάνονται βεβαιότητα είναι ηλίθιοι και αυτοί με φαντασία και κατανόηση γεμίζουν με αμφιβολία και αναποφασιστικότητα» Μπέρτραντ Ράσελ,
«Η άγνοια πιο συχνά γεννά εμπιστοσύνη από ό, τι η γνώση» Κάρολος Δαρβίνος
Και όποιος κατάλαβε, καταλαβαίνει αν τελικά κατάλαβε!

Επιλέγω σύλλογο ή διαλέγω προπονητή;
Η άσκηση των παιδιών, σε οποιαδήποτε μορφή της, βοηθά με τον καλύτερο τρόπο την ανάπτυξη τους είτε σωματικά είτε ψυχολογικά και πνευματικά. Συμβάλλει στην σωματική τους υγεία, διασφαλίζει ως ένα βαθμό της ενεργητικότητα/δραστηριότητά τους, καλλιεργεί στοιχεία της μετέπειτα προσωπικότητάς τους, εκπαιδεύει και κοινωνικοποιεί τους νεαρούς «αθλητές», δημιουργεί τις βάσεις για την ψυχική τους ισορροπία.
Ο αθλητισμός, ο οποίος αποτελεί οργανωμένη μορφή άσκησης σε οποιοδήποτε άθλημα, διαθέτει τα «εχέγγυα» για την αποκόμιση των παραπάνω ωφελειών. Η απόφαση των γονέων για την εισαγωγή του παιδιού στον αθλητισμό δημιουργεί ερωτήματα και αναζητήσεις για το ποιο σύλλογο θα χρειαστεί να επιλέξουν και με ποια κριτήρια.
Οι έρευνες δείχνουν ότι τα βασικά κριτήρια για την επιλογή συλλόγου από τους γονείς αποτελούν η απόσταση από το σπίτι διαμονής, η ώρα διεξαγωγής των προπονήσεων, το κόστος της μηνιαίας συνδρομής και η «εικόνα» που έχουν διαμορφώσει από τις πληροφορίες τους για τον εκάστοτε αθλητικό σύλλογο.
Από την άλλη πλευρά εμφανίζονται οι ανάγκες των παιδιών-αθλητών για παιχνίδι, διασκέδαση, ψυχαγωγία, απόκτηση φίλων, ομαλή και σταδιακή είσοδο στο περιβάλλον του αθλητισμού, ως επιπλέον στοιχεία που χρειάζεται να ληφθούν υπόψη για την επιλογή αθλήματος και συλλόγου.
Ανταποκρινόμενοι σε όσα οι έρευνες υποστηρίζουν ότι μπορεί να προσφέρει το αθλητικό περιβάλλον και στις επιθυμίες των παιδιών, φαίνεται να είναι απαραίτητο να «ελεγχθεί» από τους γονείς το περιβάλλον προπόνησης του συλλόγου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Καταρχάς ποιος είναι ο προπονητής με τον οποίο θα συνεργάζεται το παιδί, με ποιες επιδιώξεις και στόχους, σε ποια μορφή συμπεριφοράς, με ποιόν τρόπο επικοινωνίας. Ο προπονητής είναι δυνατό να καθορίσει σε πολύ μεγάλο ποσοστό την παραμονή ή όχι του παιδιού στον αθλητισμό, το αν θα διασκεδάζει ή θα πιέζεται, το αν θα διαμορφώσει υγιείς συμπεριφορές ή θα εσωτερικεύει απόψεις και στάσεις ανασταλτικές για την περαιτέρω ψυχο-πνευματική του ανάπτυξη.
Οι γονείς, στα πρώτα στάδια εισαγωγής των παιδιών στον αθλητισμό, καλούνται να αναζητήσουν προπονητές οι οποίοι θα προσφέρουν τη συναισθηματική υποστήριξη που χρειάζονται τα παιδιά, την ανάλογη συμπεριφορά για τη βίωση ευχάριστων συναισθημάτων, «εξασφαλίζοντας» σε ένα βαθμό την ανάπτυξη κινήτρων και την παραμονή των παιδιών στο αθλητικό περιβάλλον. Θα αναζητήσουν προπονητές με ήπια και θετική συμπεριφορά, έχοντες διάθεση για επικοινωνία και κυρίως την ενεργητικότητα που διαθέτουν και τα παιδιά για να μπορούν να τα «ακολουθήσουν».
Ο εκάστοτε σύλλογος διαθέτει μια φιλοσοφία για τον αθλητισμό, η οποία «αντανακλάται» σχεδόν εξ΄ολοκλήρου στους προπονητές του, αυτοί εξάλλου είναι και οι «αποδίδοντες» τη φιλοσοφία του.
Η διασφάλιση των στοιχείων που προσφέρει ο αθλητισμός είναι το ζητούμενο, το κόστος για τα οφέλη μπορεί να είναι 15 λεπτά παραπάνω δρόμος ή και αναδιαμόρφωση του οικογενειακού προγράμματος με βάση τις προπονήσεις του παιδιού.
Ίσως εν τέλει η απάντηση στο ερώτημα να συνοψίζεται στο: «Αν θέλεις να επιλέξεις σύλλογο, διάλεξε τον κατάλληλο προπονητή!»

Αθλητισμός: κέρδη υπό προϋποθέσεις…
Προϋπόθεση Νο2: «Εκπαιδευμένοι προπονητές!»
Αναζητώντας τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες ο αθλητισμός θα εξελιχθεί σε ένα πλαίσιο ανάπτυξης, το δεύτερο βασικό στοιχείο (μετά τους γονείς) είναι η στάση και συμπεριφορά των προπονητών.
Γιατί είναι σημαντικό;
Σύμφωνα με έρευνες, η στάση του προπονητή απέναντι στον νεαρό αθλητή καθώς και η γενικότερη συμπεριφορά του μπορούν να καθορίσουν την παραμονή του παιδιού ή όχι στον αθλητισμό, να ορίσουν στον ίδιο τον αθλητή ποια είναι η «μορφή» του αθλητισμού και πώς καλείται ο ίδιος να λειτουργήσει. Αν από την αρχή η εικόνα του αθλητή είναι άσχημη, το αποτέλεσμα θα είναι το «μη προσδοκώμενο». Ερευνητές υποστηρίζουν ότι για την εικόνα που θα φτιάξει το παιδί που εισέρχεται στον αθλητισμό κατά 70% «ευθύνονται» οι προπονητές. Η θέση τους εμπεριέχει αρκετές ευθύνες, καθορίζει αν το παιδί θα συνεχίσει ή όχι στον αθλητισμό, τι αξίες θα αποκομίσει, ποιες θα είναι οι επιδιώξεις του, τι θα προσπαθήσει να κερδίσει από τη συμμετοχή του στην άθληση.
Ποια είναι τα στοιχεία που συνθέτουν έναν εκπαιδευμένο προπονητή;
Οι αθλητές, σύμφωνα με έρευνες, εκδηλώνουν σεβασμό στον προπονητή τους ανάλογα με τις γνώσεις που έχει για το εκάστοτε άθλημα, από την γενικότερη προετοιμασία του, από την ετοιμότητά του σε κάθε κατάσταση και από τον σεβασμό που ο ίδιος επιδεικνύει προς του αθλητές. Βασική απαίτηση από τον προπονητή: η γνώση του αθλήματος και η διαρκής ανανέωση των γνώσεών του.
Εκπαιδευμένος θεωρείται ο προπονητής ο οποίος διαθέτει κατάρτιση τέτοια ώστε να του «παρέχεται» η δυνατότητα να συνεργαστεί με παιδιά. Κύρια επιδίωξη: Παιδαγωγική κατάρτιση. Ποιες είναι οι ανάγκες των παιδιών/αθλητών σε κάθε ηλικία, ποια η κατάλληλη προσέγγιση, τι επιθυμούμε να τους καλλιεργήσουμε και πώς. Πώς ανταποκρίνονται καλύτερα οι αθλητές, ποιοι είναι οι τρόποι μάθησης, πώς αναπτύσσουμε υγιείς προσωπικότητες; Είναι ερωτήματα, οι απαντήσεις των οποίων βρίσκονται μέσα στην έννοια της «παιδαγωγικής κατάρτισης».
Εκπαιδευμένος θεωρείται επίσης ο συνεργάσιμος προπονητής, εκείνος που έχει τη δυνατότητα να επικοινωνήσει με τους γονείς των αθλητών και να τους μεταφέρει τις επιδιώξεις του, να παρουσιάσει το πλάνο του, να τους ζητήσει και να παράσχει πληροφορίες. Συνεργασία απαιτείται και με τους συναδέλφους του και με τους παράγοντες του εκάστοτε συλλόγου όποτε και όταν του ζητηθεί. Για να είναι σε θέση να εκπαιδεύσει παιδιά, θα χρειαστεί να είναι σε θέση να συνεργάζεται με ενήλικες.
Για αρκετές χώρες η εκπαίδευση των προπονητών είναι αυτονόητη και προωθείται σε κάθε περίπτωση, γνωρίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο καλλιεργούν τη νέα γενιά ανθρώπων και αθλητών και παράλληλα δημιουργούν τις προϋποθέσεις για να αναπτύξουν αθλητές υψηλού επιπέδου. Κεντρικό ρόλο στην όλη διαδικασία εκπαίδευσης των προπονητών κατέχουν οι αντίστοιχοι σύνδεσμοί τους, οι οποίοι άλλοτε θέτουν τους κανόνες εκπαίδευσης (υποχρεωτικά σεμινάρια κάθε χρόνο) και άλλοτε διασφαλίζουν με κάθε τρόπο την ανάπτυξη του αθλητή (αποβολή προπονητών για ανάρμοστη συμπεριφορά).
Η εκπαίδευση των προπονητών εξασφαλίζει πρωτίστως τη δική τους αίσθηση επάρκειας, τους παρέχει τη δυνατότητα να αναπτυχθούν, να βελτιωθούν και σε κάθε περίπτωση να εξελίξουν τόσο τον εαυτό τους όσο και όσους συνεργάζονται μαζί τους. Η εκπαίδευσή τους δεν λογίζεται ως «υποχρέωση» αλλά περισσότερο ως δυνατότητα ανάπτυξής τους!
Learn More
Η παγίδα των social media στον αθλητισμό
Πόσο έχει επηρεάσει η οικονομική κρίση τον ελληνικό αθλητισμό; Γιατί τα social media θεωρούνται παγίδα για τους αθλητές και γιατί ευνοούν την προσωπική εμπλοκή των “φανατικών”. Ο αθλητικός ψυχολόγος, Γιάννης Ζαρωτής, ομιλητής στο Game Changer, μας εξηγεί τι συμβαίνει όταν η ψυχολογία συναντά τα σπορ.
Ο αθλητικός ψυχολόγος Γιάννης Ζαρωτής θα είναι ομιλητής στο Game Changer,το πρώτο αθλητικό συνέδριο που διοργανώνει η 24 Media, στις 18 Απριλίου στο Χίλτον. Στο συνέδριο θα μιλήσει για τις ψυχολογικές προεκτάσεις του αθλητισμού στο χτίσιμο του χαρακτήρα κατά την ανατροφή των νέων. ΤοSport24.gr του ζήτησε να τοποθετηθεί σε θέματα που συνδέουν τον αθλητισμό και την ψυχολογία και έχουν να κάνουν με την εποχή μας, την οικονομική κρίση, αλλά και τον κυρίαρχο ρόλο που παίζουν τα social media στον κόσμο των αθλητών, αλλά και των φιλάθλων.
Το συνέδριο Game Changer In Sports διοργανώνεται από την 24MEDIA σε συνεργασία με την εταιρεία επικοινωνίας SYMEON G. TSOMOKOS.
Υπάρχει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, κάποιες ηλικίες κλειδιά, που θα πρέπει να ξέρουν οι γονείς ώστε να σπρώξουν τα παιδιά τους προς τον αθλητισμό;
Όσο νωρίτερα τόσο καλύτερο θα είναι για τα παιδιά για να αποκτήσουν θετική στάση απέναντι στην άσκηση γενικότερα. Για τα περισσότερα αθλήματα, η ηλικία των 4-5 ετών είναι κατάλληλη για να ξεκινήσουν με την πρώτη τους επαφή. Η συμμετοχή στην άσκηση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εικόνα που τα παιδιά σχηματίζουν για την έννοια του αθλητισμού. Όσο πιο θετική είναι η στάση των γονέων τόσο πιο «εύκολα» ένα παιδί θα εισέλθει στο περιβάλλον του αθλητισμού.
Τι πλαίσιο έχει δημιουργηθεί στην ανατροφή των παιδιών λόγω της οικονομικής κρίσης;
Το πλαίσιο στην παρούσα χρονική περίοδο δείχνει να παρουσιάζει υπερπροστατευτική τάση από την πλευρά των γονέων, συνοδευόμενη από ανησυχία για την εξέλιξη των παιδιών, στοιχείο το οποίο καθιστά τα παιδιά λιγότερο ενεργητικά, με δυσκολίες να αναλάβουν πρωτοβουλίες και να λειτουργήσουν σταδιακά αυτόνομα. Στην περίοδο της κρίσης έχει αυξηθεί ταυτόχρονα η συμμετοχή των παιδιών στον αθλητισμό καθώς αποτελεί μια σχετικά «οικονομική» ενασχόληση για τα παιδιά.
“Τα παιδιά πλέον κινούνται λιγότερο”
Αυτό που συνήθως λέγεται ότι “τα παιδιά έχουν αλλάξει” και δεν μεγαλώνουν το ίδιο όπως στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 ισχύει;
Μας είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχει διαφοροποίηση στα γενικότερα χαρακτηριστικά των παιδιών της σύγχρονης εποχής, της γενιάς του millennium όπως συνηθίζουμε να την αποκαλούμε. Λιγότερη κίνηση, λιγότερο παιχνίδι με τη μορφή της διαπροσωπικής αλληλεπίδρασης, δυσκολίες στη συνύπαρξη σε περιβάλλοντα ομάδας. Την ίδια στιγμή, η στάση των γονέων «συμβάλλει» στην έλλειψη πρωτοβουλίας, στη αδυναμία από την πλευρά των παιδιών να διαχειριστούν δύσκολες καταστάσεις και μια έντονη τάση να αποφύγουν συνθήκες που απαιτούν κούραση και αρκετή προσπάθεια. Σε παλιότερη περίοδο τα παιδιά «έψαχναν» αυτό που ήθελαν, ενώ στην τωρινή κατάσταση πολλά πράγματα είναι «υποχρεωτικά» ή παρέχονται με ευκολία από τους γονείς. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν αναπτύσσεται το κίνητρο των παιδιών και η επιθυμία να επιμείνουν σε ό,τι επιλέξουν.
Κι αν ναι; Πόσο σημαντικό κομμάτι στην ανατροφή τους παίζει ο αθλητισμός;
Ο αθλητισμός παρέχει τη δυνατότητα στα παιδιά να αναπτύξουν έννοιες όπως η αυτονομία, η πρωτοβουλία, η υπευθυνότητα, στοιχεία τα οποία θα τους «συνοδεύσουν» στη ζωή τους γενικότερα. Ο αθλητισμός έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως πεδίο ανάπτυξης για τα παιδιά, καλλιεργώντας έννοιες τις οποίες δεν είναι εύκολο να βρουν σε άλλο περιβάλλον. Ο αθλητισμός, όταν «λειτουργεί» με ορισμένες προϋποθέσεις, αποτελεί ένα σημαντικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δομείται εν μέρει η αυτοεκτίμηση των παιδιών, η γενικότερη καλή εικόνα για τον εαυτό τους και θεμελιώνεται η βάση για την μετέπειτα ανάπτυξη της αυτοπεποίθησής τους.
“Πέφτουμε στην παγίδα των social media”
Τα social media έχουν φέρει τους αθλητές κοντά στους φιλάθλους. Αυτό είναι καλό τελικά ή κακό;
Είναι καλό όταν γίνεται υπό προϋποθέσεις. Παρέχεται η δυνατότητα στους φιλάθλους να ζουν από κοντά το ίνδαλμά τους, να έρχονται κοντά σε ό,τι θέλουν να παρακολουθούν και αυτό αυξάνει και το δικό τους κίνητρο ενασχόλησης με τον αθλητισμό. Η «εγγύτητα» παρέχει την (ψευδ)αίσθηση και της προσωπικής συμμετοχής. Από την πλευρά των αθλητών δημιουργούνται πολλά θέματα καθώς είναι πολύ εύκολο να «πέσουν στην παγίδα» της υπέρμετρης ενασχόλησης με την κοινωνική τους εικόνα, χάνοντας εν μέρει τον προσανατολισμό τους.
Η σειρά με την οποία ένας αθλητής δραστηριοποιείται θα έπρεπε να είναι: «το άθλημα- η κοινωνική ζωή – η προσωπική εικόνα». Όταν ένας αθλητής ασχολείται περισσότερο με την εικόνα του, αυτό θα συμβεί σε βάρος του βασικού του αντικειμένου, που είναι το άθλημά του, διαταράσσοντας με τον τρόπο αυτό την ισορροπία της καθημερινότητάς του, επαγγελματικά κατά πρώτον και εσωτερικά κατά δεύτερον.
Δεν θα έπρεπε να υπάρχει εκπαίδευση (των αθλητών) πάνω στο ζήτημα , όπως γίνεται για παράδειγμα στο ΝΒΑ;
Σαφέστατα και απαιτείται κάποια ανάλογη εκπαίδευση καθώς και για τους αθλητές ο χώρος των social media είναι σχετικά καινούριος και χρειάζεται να γνωρίζουν τις ιδιαιτερότητές του. Όλα τα πεδία στο περιβάλλον του αθλητισμού, όπως και αυτό των social media, είναι «καλό» ή «κακό» ανάλογα με τον τρόπο που τα χρησιμοποιούμε. Είναι απαραίτητα για την προβολή χωρίς ωστόσο να ξεπερνά τα όρια της υπερχρήσης και υπερ-έκθεσης.
Υπάρχει έντονη επικριτική διάθεση από τον κόσμο, που οξύνεται μέσω των social media στοχεύοντας τους αθλητές/προπονητές/παράγοντες. Πιστεύετε ότι είναι ελληνικό φαινόμενο; Πόσο επηρεάζει αυτό τους πρωταγωνιστές;
Το φαινόμενο αυτό δεν είναι σίγουρα μόνο ελληνικό. Στις ΗΠΑ η ίδια κατάσταση ισχύει εδώ και πολλά χρόνια και για το λόγο αυτό εισήχθη ως απαραίτητη η εκπαίδευση των αθλητών στο αντικείμενο των social media. Ως προς την επίδρασή στους πρωταγωνιστές, γενικότερα ισχύει το ότι, όσο περισσότερο ασχολείται κάποιος με τα social media τόσο περισσότερο θα επηρεάζεται από αυτά καθώς εκεί έχει εναποθέσει ένα πολύ μεγάλο μέρος της καθημερινότητας του στην δόμηση της προσωπικής του εικόνας μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Οπαδισμός και social media
Τι θα τους συμβουλεύατε ώστε να αντιμετωπίσουν με τον σωστό τρόπο όλο αυτό το φαινόμενο της υπερπροβολής σε σχόλια;
Την περιορισμένη χρήση των μέσων, ως προς τα δεδομένα που αφορούν προσωπικά τους στοιχεία, την προσωπική παράθεση ατομικών στιγμών (π.χ. φωτογραφίες), τη λελογισμένη χρήση όλων των μέσων που προβάλλουν τον εαυτό τους. Ταυτόχρονα θα χρειαστεί να «αποφεύγουν» την εμπλοκή σε σχόλια καθώς δεν είναι δεδομένο ότι μπορούν να είναι αποδεκτοί από όλους και πάντα θα υπάρξει κάποιος που επιτηδευμένα προκαλεί την αντίδρασή τους. Η εικόνα των αθλητών είναι εκείνη που περνάει και στα παιδιά μικρών ηλικιών και θα θέλαμε να τα «εκπαιδεύσουν» με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Οι σημαντικοί, σε φήμη, αθλητές αποτελούν έμμεσους «εκπαιδευτές» των παιδιών που εμπλέκονται στον αθλητισμό.
Παρατηρείται αύξηση του οπαδισμού τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας. Παίζουν ρόλο τα social media;
Η αύξηση του οπαδισμού οφείλεται σε διαφορετικούς παράγοντες και τα social media είναι απλά ένα στοιχείο που την ευνοεί. Μέσω των social media παρέχεται η δυνατότητα της άμεσης αλληλεπίδρασης, της πιο «προσωπικής» εμπλοκής, η οποία συντηρεί υψηλούς τόνους ή δημιουργεί εντάσεις. Ωστόσο δεν μπορούμε να πούμε ότι δημιουργούν τον οπαδισμό αλλά ότι επιτείνουν την τάση που υπάρχει ήδη.

Πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε τη νέα γενιά φιλάθλων;
Πώς θα καταφέρουν η πολιτεία και οι ομάδες να δημιουργήσουν μια νέα φιλοσοφία στη σχέση φιλάθλων και αθλημάτων η οποία θα βοηθήσει στην ανάπτυξη του αθλητικού προϊόντος;
Ο φίλαθλος ορίζεται ως το άτομο, το οποίο έχει θετική στάση απέναντι στον αθλητισμό γενικότερα. Αρέσκεται στο να παρακολουθεί ένα ή περισσότερα αθλήματα, συμμετέχει στον αθλητισμό ως θεατής αλλά και ως πρωταγωνιστής και ενίοτε ταυτίζεται και μια κάποια ομάδα, δηλώνοντας και «οπαδός» της. Η διαφοροποίηση των όρων «φίλαθλος» και «οπαδός» καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και την στάση και συμπεριφορά των θεατών. Ο φίλαθλος ενδιαφέρεται για το άθλημα αυτό κάθε αυτό, επιζητά την ένταση που του παρέχει η θέαση, βιώνει θετικά συναισθήματα από την παρουσία του στον αθλητικό χώρο, επιδιώκει το καλύτερο δυνατό θέαμα, χωρίς απαραίτητα να υποστηρίζει κάποιον από τους άμεσους πρωταγωνιστές-αθλητές-ομάδες. Η παρουσία του στο γήπεδο συνδέεται με τη βίωση των έντονων στιγμών, επιθυμεί να βρίσκεται όσο πιο κοντά γίνεται στην αγωνιστική διαδικασία. Ο «οπαδός» διαφοροποιείται με βάση την επιδίωξή του: επιθυμεί να κερδίσει η ομάδα του, χωρίς απαραίτητα να ενδιαφέρεται για το θέαμα και χωρίς να βιώνει ταυτόχρονα και ευχάριστο συναίσθημα. Μετρά μόνο την «ουσία», η οποία βρίσκεται στη «νίκη». Οι δύο έννοιες είναι διαφορετικές χωρίς, ωστόσο, η μία να αποκλείει την άλλη, ή τουλάχιστον το να είναι κανείς οπαδός δεν σημαίνει ότι παύει να είναι και φίλαθλος.
Η εκπαίδευση των θεατών βασίζεται στην έννοια του φιλάθλου. Αν δεν εκπαιδευτεί αρχικά ως φίλαθλος, μοιραία στα χρόνια που θα αναζητήσει την «ταύτιση» θα εξελιχθεί σε οπαδό, ο οποίος δεν ενδιαφέρεται για το άθλημα αλλά μόνο για τη νίκη της ομάδας, «με οποιοδήποτε κόστος». Η ταύτιση δεν είναι αρνητική έννοια, είναι φαινόμενο των εφηβικών χρόνων, είναι προσπάθεια κοινωνικοποίησης, είναι η ανάγκη του ατόμου να ανήκει σε μία ομάδα, με κοινά χαρακτηριστικά, κοινά ενδιαφέροντα, κοινές επιδιώξεις και επιθυμίες. Είναι η έννοια που θα «εξασφαλίσει» στο άτομο την αποδοχή των υπολοίπων της ομάδας, θα αποτελέσει τον προθάλαμο για την ενηλικίωση και την περαιτέρω αναζήτηση της συμμετοχής σε κοινωνικές ομάδες. Η ταύτιση εμφανίζεται ως ψυχική ανάγκη, ικανοποιεί ένα εσωτερικό ένστικτο του ατόμου, το οποίο αναζητά τη θέση του μέσα στο κοινωνικό σύνολο.
Ο σκοπός της εκπαίδευσης στην έννοια του φιλάθλου είναι να καλλιεργήσει, από τη μικρή ηλικία, την θετική στάση απέναντι στον αθλητισμό. Παρέχοντας τα οφέλη της συμμετοχής στον αθλητισμό, σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο, καθορίζοντας κυρίως το πώς μπορεί κάποιος να «κερδίσει» από τον αθλητισμό, είτε ως θεατής είτε ως πρωταγωνιστής.
Ο φιλικά προσκείμενος προς το άθλημα (φίλαθλος) είναι εκείνος που διαφυλάττει το άθλημα, την διεξαγωγή και την ανάπτυξή του. Αν αρέσκεται να παρακολουθεί ως θεατής, χρειάζεται να καθοριστεί «τι σημαίνει» η έννοια του θεατή. Είναι εκείνος που διαμαρτύρεται, φωνάζει, εκφράζει βία, λεκτική και σωματική; Είναι το περιβάλλον του αθλητισμού, ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο το άτομο έχει τη δυνατότητα να εκτονωθεί; Και αν τελικά συμβαίνει να εκτονωθεί, αυτό θα γίνει σε βάρος του ιδίου του αθλήματος; Απαιτείται η ξεκάθαρη τοποθέτηση του αθλητισμού στο πλαίσιο «των θεαμάτων», όπου υπάρχουν κανόνες, αποδεκτές και μη συμπεριφορές, φίλαθλες και μη ενέργειες. Το άτομο συμπεριφέρεται σε μία κατάσταση ανάλογα με τα περιθώρια που του έχουν δοθεί: αν ορίσουμε ένα πλαίσιο ως πλαίσιο εκτόνωσης, θα συμπεριφερθεί σε αυτό επιδιώκοντας την εκτόνωση. Αυτό είναι το στοιχείο που σε πολλές περιπτώσεις «καταδικάζει» το περιβάλλον του αθλητισμού. Πολλές συμπεριφορές είναι a priori αποδεκτές. Μόνο που δεν δηλώνουν φίλαθλη στάση!
Είναι απαραίτητο η εκπαίδευση να ξεκινήσει από τα πρώτα χρόνια της επαφής με τον αθλητισμό, είτε ως αντικείμενο στο σχολικό πρόγραμμα είτε ως σεμινάριο ενημέρωσης-ευαισθητοποίησης στο πλαίσιο του εκάστοτε συλλόγου. Να διαμορφωθεί η «πραγματική» εικόνα του αθλητισμού, να οριστούν τα όρια συμπεριφορών στο αθλητικό πλαίσιο, να κατανοήσουν οι «νεότεροι» θεατές το ρόλο τους και τη συνεισφορά τους στην καλλιέργεια και ανάπτυξη του αθλήματος που παρακολουθούν. Όσο πιο νωρίς σχηματιστεί η «εικόνα» τόσο πιο σταθερή θα είναι για το μέλλον. Οι εμπλεκόμενοι στο χώρο του αθλητισμού, είτε πρόκειται για συλλόγους και ομάδες είτε για «μικρότερης εμβέλειας» σωματεία, θα χρειαστεί να «επενδύσουν» στην εκπαίδευση των θεατών, οι οποίοι θα αποτελέσουν μεταγενέστερα τη βάση για τη δημιουργία μιας γενιάς φιλάθλων, με σκοπό τη διαφύλαξη του αθλήματος γενικότερα. Είναι απαραίτητο, αναζητώντας και εκπαιδεύοντας φιλάθλους, να έχουν οριστεί τα χαρακτηριστικά τους!
Learn More
Ποιος σου φταίει;
Στην προσπάθειά μας να διαφυλάξουμε- προστατεύσουμε τον εαυτό μας, ίσως και άθελά μας, αναζητούμε τον υπεύθυνο, αυτόν που μας «έφερε ως εδώ», ο οποίος σίγουρα δεν είμαστε εμείς! Από τις κεντρικές έννοιες στην ανθρώπινη ύπαρξη αναφέρεται η «εστία απόδοσης των αιτιών», όπως παρουσιάζεται στην επιστήμη της ψυχολογίας. Είναι «το ποιος φταίει για την κατάστασή μου», στην καθημερινότητά μας. Φταίω εγώ ή οι γύρω μου; Το «σύστημα» ή το «κράτος»;. Ο «υπεύθυνος» ή ο εκάστοτε «αρμόδιος»; Συνήθως φταίνε όλοι αυτοί και στο τέλος μπορεί να πω «ότι έχω κάνει και εγώ κάποια λάθη». Αλλά με παραπλανήσανε……..
Αναζητώντας την αιτία, είτε είναι στοιχεία του εαυτού μας, όπως η ικανότητα και η προσπάθεια που καταβάλλουμε, είτε στοιχεία του περιβάλλοντος, όπως η φύση του έργου που επιτελώ και η τύχη. Συνηθίζουμε να θεωρούμε ότι αν επιτυγχάνω οτιδήποτε, «εγώ το κατάφερα», αν αποτύχουμε «ήμουν άτυχος» ή «έπεσα θύμα» της εκάστοτε κατάστασης και των πρωταγωνιστών της.
Η Ελλάδα περιγράφεται ως μία από τις χώρες όπου η έννοια της τύχης εξακολουθεί να έχει μεγάλη βαρύτητα και πολλές φορές «ό,τι είναι να γίνει θα γίνει». Για ορισμένους είναι προστασία του εαυτού, για άλλους αδυναμία ανάληψη της ευθύνης, για τους περισσότερους φανερώνει μια παθητική στάση.
Πρόσφατη έρευνα για την χώρα μας σε ανθρώπους ηλικίας 15-34 ετών κατέδειξε «ιδιαίτερα» στοιχεία για τις αντιλήψεις των Ελλήνων της συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας. Ρωτήθηκαν για τον παράγοντα που θα καθορίσει την εξέλιξή τους και ποιά είναι τα στοιχεία, τα οποία θα συνετελέσουν στην πορεία τους σε οτιδήποτε επιλέξουν.
Ένα ποσοστό 17% έχει την άποψη ότι η εξέλιξή τους καθορίζεται από την προσωπική τους προσπάθεια και τη «σκληρή δουλειά» . Το 27% θεωρεί την εκπαίδευση σημαντικό παράγοντα για να «πετύχεις» στη ζωή σου. Το συνολικό 44% θεωρεί ότι η οποιαδήποτε εξέλιξη καθορίζεται από «εσένα τον ίδιο». Αναρωτιέται κάποιος για τους υπόλοιπους, για την άποψη της πλειοψηφίας και το που αναζητούν εκείνοι την πιθανότητα εξέλιξης.
Το ποσοστό του 62% των Ελλήνων ηλικίας 15-34 ετών θεωρούν ότι η όποια επιτυχία στη ζωή ορίζεται από «παράγοντες-δυνάμεις που δεν ελέγχουμε». Εκφράζουν την τοποθέτηση ότι το περιβάλλον καθορίζει την πορεία σου.
Εκφράζεται μια αν μη τι άλλο παθητική στάση, όπου ο πρωταγωνιστής είναι το περιβάλλον, το οποίο και «ακολουθούμε» σε οποιαδήποτε κίνησή του. Περιμένουμε από τους «σημαντικούς άλλους» να προσπαθήσουν για εμάς, μένουμε και κλεινόμαστε στον εαυτό μας, όσο δεν δραστηριοποιείσαι δεν κερδίζεις και εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και χωρίς να το κατανοήσουμε έχουμε εισέλθει σε ένα φαύλο κύκλο αδράνειας και αναμονής. Αδράνειας; Η ηλικιακή ομάδα που αναφέρεται, περνά κατά μέσο όρο 7,2 ώρες ημερησίως απασχολούμενη με οποιαδήποτε μορφή media. Είναι αδράνεια!
Όσο είμαι αδρανής τόσο δεν αντλώ εμπιστοσύνη για τον εαυτό μου. Αν βιώσω και μια αποτυχία τότε καλό θα είναι να την αποδώσω σε οποιοδήποτε άλλο γιατί το «βάρος» της μου είναι δυσβάσταχτο. Για το λόγο αυτό, πολλές φορές «μου φταίνε οι άλλοι»!
Άρθρο στο περιοδικό Prestige Magazine
Learn More
Αθλητισμός: κέρδη υπό προϋποθέσεις……..
Προϋπόθεση Νο1: «Εκπαιδευμένοι γονείς!»
Αναζητώντας τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες ο αθλητισμός θα εξελιχθεί σε ένα θετικό πλαίσιο ανάπτυξης, το κυρίαρχο στοιχείο θεωρείται η στάση των γονέων. Μια πρόσφατη έρευνα για τις αιτίες που ωθούν τα παιδιά στο να ασχοληθούν με τον αθλητισμό κατέδειξε ότι ο βασικός παράγοντας είναι η «εξασφάλιση» της διασκέδασης. Παραθέτουμε την ανάγκη, για να γνωρίζουμε τι τελικά χρειάζεται να ικανοποιήσουμε ωθώντας το παιδί στην άσκηση και τον αθλητισμό.
Ποια είναι τα στοιχεία που συνθέτουν έναν εκπαιδευμένο γονέα;
Βασικό στοιχείο είναι η εναρμόνισή του με τις ανάγκες του παιδιού. Αν το παιδί θέλει να συμμετέχει στον αθλητισμό για τη διασκέδαση, είναι απαραίτητο ο γονέας να «βλέπει» τον ίδιο στόχο. Θεωρητικά είναι αποδεκτό, πρακτικά δεν απέχει πολύ από την διαρκή αναζήτηση της νίκης του παιδιού και της πρόσκαιρης-πρόωρης επιτυχίας, η οποία θα διακοσμήσει το μεγαλύτερο μέρος του σπιτιού με κύπελλα και μετάλλια.
Οι αθλητές έως την ηλικία των 12 ετών δεν «βλέπουν» την νίκη ως αυτοσκοπό. Αυτό είναι δεδομένο που άθελά τους «δανείζονται» από τον κόσμο των μεγάλων.
Ο αθλητισμός είναι ένα πλαίσιο το οποίο μπορεί να συμβάλλει στην ανάπτυξη του ατόμου, όταν το ίδιο το άτομο έχει την ελευθερία να κινηθεί ελεύθερα στο «χώρο του». Η εμπλοκή σε θέματα προπόνησης, οι ακραίες συμπεριφορές της κερκίδας, η ανάμειξη σε θέματα τακτικής και τεχνικής του αθλήματος, έχουν πολύ συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Να δημιουργήσουν απόσταση στις σχέσεις μεταξύ παιδιών και γονέων και να οδηγήσουν μακροπρόθεσμα ή και νωρίτερα σε ό,τι οι γονείς θα απεύχονταν: στην πρόωρη εγκατάλειψη του αθλήματος!
Δομικό στοιχείο για την εκπαίδευση των γονέων αποτελεί η αναζήτηση της προσωπικής τους ανάγκης, το «γιατί θα ήθελα να εμπλακεί το παιδί μου στον αθλητισμό». Αν η απάντηση έχει μέσα ένα προσωπικό «θέλω», ή την εκπλήρωση μιας προσωπικής ανεκπλήρωτης επιθυμίας του παρελθόντος, τότε δείχνει σχεδόν δεδομένο ότι θα υπάρξει «σύγκρουση αναγκών», του γονέα με του νεαρού αθλητή! Ο αθλητισμός είναι πλαίσιο που επιτρέπει σε κάποιον να ονειρεύεται για το μέλλον του, όχι όμως «για να ικανοποιώ τα προσωπικά μου όνειρα μέσα από τα κατορθώματα των άλλων», πόσο μάλλον των παιδιών!
Ο ρόλος του γονέα είναι υποστηρικτικός, «είμαι εκεί σε ό,τι με χρειαστείς» και αυτό είναι το στοιχείο που αντηχεί ως το πλέον ουσιαστικό στα παιδιά. Θα υποστηρίξει την όποια προσπάθεια, θα επικροτήσει την οποιαδήποτε επιτυχία, θα στεναχωρηθεί συμπάσχοντας σε όποια αποτυχία, απλά γιατί είναι γονέας. Ρόλος που δεν έχει ούτε απαιτήσεις επιβεβλημένης επιτυχίας ούτε και προσδοκίες επαγγελματικής καριέρας. «Θα συνεχίζω να σε αγαπώ ακόμη και αν δεν κερδίσεις!»
Learn More

