
Ο «ταλαντούχος αθλητής»
«Είναι ξεκάθαρο πως χρειάζονται κάποια φυσικά προσόντα, φυσικό ταλέντο. Ωστόσο, δεν αρκεί μόνο το τι μπορούν να κάνουν οι μυς σου, αλλά και το τι βρίσκεται μέσα στο κεφάλι σου και η ψυχολογική κατάσταση. Υπάρχουν εξαιρετικοί αθλητές που μπορούν να νικήσουν τον οποιοδήποτε στη μέρα τους, αλλά όταν υπάρχει πίεση, δεν μπορούν να ανεβάσουν την απόδοση τους σε άλλο επίπεδο. Οπότε είναι ένα συνδυασμός φυσικού ταλέντου αλλά και ψυχολογικής κατάστασης. Πρέπει να είσαι διατεθειμένος να δουλέψεις πολύ σκληρά. Ακόμα και οι ταλαντούχοι αθλητές πρέπει να κάνουν θυσίες. Υπάρχουν κάποιοι που θα τους δεις να προπονούνται ακόμη και την ημέρα των Χριστουγέννων ή να κάνουν το κάτι παραπάνω στην προπόνηση τους. Είναι θέμα το να έχεις «εμμονή» για να γίνεις όσο καλύτερος γίνεται και αυτό είναι που απαιτεί πολλή πειθαρχία αλλά και θυσίες σε άλλους τομείς της ζωής σου».
Το παραπάνω κείμενο είναι η απάντηση του Τζόναθαν Έντουαρντς σε ερώτηση για το «Τι καθορίζει έναν μεγάλο αθλητή σε σχέση με έναν απλό αθλητή;». Ο Τζόναθαν Έντουαρντς είναι από το 1995 μέχρι και σήμερα ο κάτοχος του παγκοσμίου ρεκόρ στο τριπλούν στο στίβο με 18.29, με πολλούς τίτλους σε Ολυμπιακούς αγώνες και Παγκόσμια πρωταθλήματα. Παρουσιάζει τον τρόπο με τον οποίο «βλέπει» τον αθλητισμό ένας αθλητής με ταλέντο, η επιτυχία του οποίου, ωστόσο, στηρίχθηκε στη δουλειά και την καθημερινή προπόνηση. Τα λεγόμενά του αποτελούν στοιχεία για τη διαχείριση του ταλαντούχου αθλητή.
Η ύπαρξη ταλέντου δεν φαίνεται να είναι το μόνο στοιχείο που καθορίζει την επιτυχία ενός αθλητή. Το ταλέντο αναφέρεται στη δυνατότητα που έχει κάποιος αθλητής να αποκτά δεξιότητες και ικανότητες αρκετά γρήγορα, εξαιτίας πιθανώς της βιολογικής-σωματικής δομής του. Η ύπαρξη του ταλέντου είναι φανερή σε μικρές κυρίως ηλικίες, όπου η εγγενής ικανότητα είναι περισσότερο διακριτή. Οι ταλαντούχοι αθλητές φτάνουν πολύ γρήγορα σε καλό επίπεδο στο άθλημά τους. Αυτό είναι πιθανό να είναι και το μεγαλύτερό τους «μειονέκτημα». Όταν φτάνεις γρήγορα σε καλό επίπεδο σχηματίζεις την άποψη ότι η απόκτηση δεξιοτήτων δεν απαιτεί ιδιαίτερη δουλειά και προσπάθεια. Όταν ωστόσο, η περαιτέρω απόκτηση δεξιοτήτων απαιτεί εστίαση στη λεπτομέρεια και πολλές ώρες δουλειάς, τότε οι ταλαντούχοι αθλητές, βρίσκονται σε μειονεκτική θέση. Παράλληλα, οι υπόλοιποι συναθλητές τους, μέσα από τη δουλειά θα φτάσουν στο επίπεδό τους και τότε βιώνουν περισσότερη πίεση από το περιβάλλον τους.
Σε μια πρόσφατη έκθεση/απολογισμό της Αγγλικής ομοσπονδίας για ένα πρόγραμμα ανάδειξης ταλέντων στο ποδόσφαιρο, φάνηκε ότι μετά τη διαδικασία της επιλογής ταλέντων, το 67% των ταλαντούχων αθλητών εγκατέλειψαν τον αθλητισμό σε διάστημα λιγότερο από τρία χρόνια. Αυτό δείχνει ότι το ταλέντο δεν είναι ο βασικός παράγοντας για την παραμονή των αθλητών στο χώρο του αθλητισμού, ενώ μπορεί να λειτουργήσει και αντίστροφα οδηγώντας τους πρόωρα σε εγκατάλειψη. Εκφράζεται επίσης η άποψη ότι, για να συνεχίσει ο ταλαντούχος αθλητής σε πιο υψηλό επίπεδο, θα πρέπει να αποκτήσει ή να μετατρέψει το ταλέντο του σε «ταλέντο για δουλειά». Χαρακτηριστικό είναι επίσης το παράδειγμα του Πιτ Σάμπρας, ως προς την έννοια του ταλέντου. Ο συγκεκριμένος αθλητής του τένις, απορρίφθηκε σε διαδικασίες αξιολόγησης ταλέντων πέντε φορές σε μικρή ηλικία, με βασική αιτιολογία την έλλειψη ιδιαίτερου ταλέντου και το μειωμένο ύψος του. Η διαρκής προσπάθεια, ωστόσο, τον κατέστησε νούμερο ένα για πολλά χρόνια στην παγκόσμια κατάταξη του τένις, με βασικό στοιχείο του το πολύ καλό σέρβις, για το οποίο γενικότερα απαιτείται ο αθλητής να έχει μεγάλο ύψος, κάτι που ο Σάμπρας δεν είχε! Στον αθλητισμό, το αισιόδοξο για τους αθλητές που δεν θεωρούνται ταλαντούχοι, περικλείεται στη φράση: «όπου δεν υπάρχει ταλέντο, υπάρχει αρκετή δουλειά», ως συστατικό της επιτυχίας. Η επιτυχία δεν αποκλείεται σε καμία περίπτωση, την προσεγγίζει εκείνος που θα δουλέψει και θα προσπαθήσει περισσότερο.
Ζαρώτης Γιάννης
Ψυχολόγος-Αθλητικός Ψυχολόγος
Learn More
«Θα συνεχίσεις να με αγαπάς ακόμη και αν δεν κερδίσω;»
Η κινέζική παροιμία για την εξίσωση μιας εικόνας με χίλιες λέξεις, στην προσπάθειά μας να εκφράσουμε τη σκέψη μας, μπορεί να μεταφερθεί και να αποτυπωθεί ως εξής, όταν πρόκειται για ένα βιβλίο: «Ο τίτλος ενός βιβλίου ισούται με χίλιες λέξεις» και ίσως ακόμη περισσότερες σελίδες. Ειδικά όταν πρόκειται για βιβλία που αφορούν σε παιδιά-αθλητές και στη σχέση τους με τους γονείς τους. «Θα συνεχίσεις να με αγαπάς ακόμη και αν δεν κερδίσω;», τιτλοφορείται ένα ξενόγλωσσο βιβλίο, το οποίο αποτυπώνει την ανησυχία των μικρών (και όχι μόνο) σε ηλικία αθλητών για τη στάση των γονέων τους απέναντί τους.
Η στάση των γονέων στον αθλητισμό, αναφέρεται στον τρόπο που οι γονείς αντιμετωπίζουν τον αθλητισμό και το ρόλο που οι ίδιοι έχουν στην ανάπτυξη του παιδιού-αθλητή.
Αναφορικά στη στάση των γονέων, αυτή εκφράζεται μέσα από τις πεποιθήσεις και απόψεις τους για την έννοια του αθλητισμού. Ποια είναι η τοποθέτησή τους για την ωφέλιμη ή μη επίδραση του αθλητισμού, ποια η σημασία της προσπάθειας και της δουλειάς, ποιο το αντίκτυπο της νίκης και της ήττας, ποιος είναι ο πρωταγωνιστής της «παράστασης» με τίτλο «αθλητισμός»;
Η στάση των γονέων και η λεκτική και μη λεκτική απόκρισή τους στα παραπάνω ερωτήματα και καταστάσεις, έχουν τη μεγαλύτερη, ίσως, επίδραση στην δραστηριοποίηση των παιδιών-αθλητών και τη συμπεριφορά/αντιμετώπιση των καταστάσεων του αθλητισμού από μέρους τους.
Για τους αθλητές, πολλές φορές η προπόνηση και ο αγώνας είναι ένας τρόπος να κερδίσουν την αποδοχή των γονέων, γνωρίζοντας ότι πιθανόν για τους γονείς η νίκη και η επιτυχία να έχουν μεγάλη σημασία. Έτσι, επιδίδονται σε μια προσπάθεια κατάκτησης της νίκης συνοδευόμενη, ωστόσο, με άγχος, προβληματισμό, ανησυχία, ένταση και τελικά, μειωμένη ή και καθόλου ικανοποίηση. Γνωρίζουν ότι η συμπεριφορά των γονέων θα είναι διαφορετική μετά την ήττα, οι ίδιοι θα πουν «δεν με νοιάζει που έχασες αλλά το ότι προσπάθησες», ωστόσο, η συμπεριφορά τους πιθανόν να «λέει» άλλα, και ο αντίκτυπος της θα είναι συναισθηματικά δυσβάσταχτος για τον νεαρό αθλητή. Τα παιδιά συμμετέχουν στον αθλητισμό και για την αποδοχή, η οποία δίνει αυτοεκτίμηση, όταν όμως η αποδοχή προϋποθέτει τη νίκη, τότε ο αγώνας και γενικότερα ο αθλητισμός αποκτά για τον νεαρό αθλητή αρνητική σημασία. Γίνεται η αγωνιώδης προσπάθεια κατάκτησης της νίκης.
Είναι σημαντικό να εστιάσουμε στη συμπεριφορά των γονέων απέναντι σε έννοιες και καταστάσεις του αθλητισμού για να βελτιώσουμε τις εμπειρίες που βιώνουν τα παιδιά στον αθλητισμό. Ένας νεαρός αθλητής περιγράφει: «οι γονείς μου λένε ότι δεν δίνουν σημασία στο αποτέλεσμα, αλλά όταν κερδίζω βγαίνουμε για φαγητό ενώ όταν χάνω μένουμε στο σπίτι και δεν μιλάμε μεταξύ μας». Είναι δύσκολο για ένα παιδί νεαρής ηλικίας να διαπραγματευθεί την κατάσταση, στην οποία καθορίζει έμμεσα το πρόγραμμα της οικογένειας. Τα παιδιά, ειδικότερα σε μικρή ηλικία, στην οποία δεν μπορούν να αναλύσουν γνωστικά κάποιες καταστάσεις, δίνουν πολλή μεγαλύτερη σημασία στην αίσθηση που λαμβάνουν και στα μη λεκτικά μηνύματα, παρά σε όσα λέγονται, τα οποία πιθανόν και να είναι αληθινά. Είναι πολύ εύκολο για ένα νεαρό αθλητή να «παρεξηγήσει» τη διαφοροποίηση της συμπεριφοράς των γονιών μετά από την ήττα ή τη νίκη. Στο σημείο αυτό, είναι απαραίτητη η σταθερότητα της συμπεριφοράς από την πλευρά των γονέων στις καταστάσεις του αθλητισμού, ώστε να είναι σίγουρος ο αθλητής ότι «οι γονείς του θα συνεχίζουν να τον αγαπούν ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα».
Ζαρώτης Γιάννης
Ψυχολόγος-Αθλητικός Ψυχολόγος
Learn More
Ο ρόλος του Αθλητικού Ψυχολόγου
Οι αθλητές είναι οι «επιστήμονες», οι οποίοι προσπαθούν να ελέγξουν τις υποθέσεις. Για το σκοπό αυτό δοκιμάζουν νέες μεθόδους προπόνησης, προ-αγωνιστικές ρουτίνες, προγράμματα διατροφής και διαφόρων ειδών γούρια. Αναπροσαρμόζουν τις υποθέσεις τους και τις ελέγχουν ξανά και ξανά, προσπαθώντας για το καλύτερο. Δυστυχώς, πολλά από τα «πειράματα» που οι αθλητές διενεργούν στον εαυτό τους έχουν συνοδευτεί από επαναλαμβανόμενες αποτυχίες και απογοητεύσεις. Και αυτό συμβαίνει εξαιτίας των μακροχρόνιων προτύπων δυσπροσαρμοστικής συμπεριφοράς και των άκαμπτων τρόπων σκέψης, τα οποία μπλοκάρουν την προσπάθεια αλλαγής’. (Andersen, 2005). Αυτός είναι και ο ρόλος του Αθλητικού Ψυχολόγου, να βοηθήσει τους αθλητές να πραγματοποιήσουν τις αλλαγές στη συμπεριφορά τους, με σκοπό να επιτύχουν την καλύτερη δυνατή προσαρμογή τους στο αγωνιστικό περιβάλλον. Αποτέλεσμα της καλύτερης προσαρμογής αποτελεί η βελτίωση της αγωνιστικής απόδοσης και η κατ΄ επέκταση βίωση της ευχάριστης εμπειρίας του αθλητισμού.
Ζαρώτης Γιάννης
Ψυχολόγος-Αθλητικός Ψυχολόγος
Learn More
Η Ψυχολογική Προετοιμασία για τον αγώνα
Η Ψυχολογική Προετοιμασία για τον αγώνα: “Πώς συνδέεται ψυχολογικά το καλό αποτέλεσμα στον αγώνα με την περίοδο της προετοιμασίας;”
Τις ημέρες των αγώνων έρχεται στο μυαλό του αθλητή, σαν ζωντανή εικόνα, όλη η προετοιμασία της χρονιάς. «Έχω δουλέψει ό,τι θα ήθελα;» «Είμαι αρκετά έτοιμος/η για τους αγώνες;» «Μήπως δεν έχω κάνει αρκετά;», είναι κάποιες από τις «αυτόματες» ερωτήσεις όσο πλησιάζει ο αγώνας, οι οποίες «βασανίζουν» τους αθλητές. Αναζητώντας την τέλεια ψυχολογική προετοιμασία για τον αγώνα, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι δεν έχει να κάνει με την τελευταία εβδομάδα. Η καλύτερη ψυχολογική προετοιμασία για τον αγώνα είναι η όσο το δυνατόν καλύτερη προετοιμασία κατά τη διάρκεια της χρονιάς. Αυτό γιατί ο αθλητής με την καλύτερη δυνατή προετοιμασία έχει «απαντήσει» πολλές από τις ερωτήσεις της τελευταίας εβδομάδας, μέσα στη χρονιά.
Υποστηρίζεται ότι η περίοδος της προετοιμασίας προϋποθέτει δύο στοιχεία: θέληση και πλάνο. Η θέληση αναφέρεται στη δέσμευση και το κίνητρο του αθλητή να προσπαθήσει με ό,τι δύναμη έχει για το στόχο του και το πλάνο αναφέρεται στην σωστά σχεδιασμένη και προγραμματισμένη προπόνηση, η οποία αποτελεί κατά βάση δουλειά του προπονητή.
Από την άλλη πλευρά, Οι απαιτήσεις του αγωνιστικού αθλητισμού την περίοδο των αγώνων ή και την ημέρα του αγώνα συνοψίζονται σε δύο λέξεις (!): Ενέργεια και συγκέντρωση. Δύο έννοιες οι οποίες αλληλοεπηρεάζονται και δημιουργούν τις συνθήκες για την ιδανική απόδοση.
Η ενέργεια που καλείται να βγάλει ο αθλητής στον αγώνα είναι το απαραίτητο στοιχείο για να πετύχει το στόχο του. Αναφέρεται ο αθλητής που είναι ενεργοποιημένος, παθιασμένος, με έντονη προσπάθεια και επιμονή, όντας σε βέλτιστη σωματική κατάσταση για συνεχή εγρήγορση. Περιλαμβάνει όλα τα σωματικά στοιχεία, τα οποία έχουν δουλευτεί μέσα στη χρονιά και δίνουν στον αθλητή τη δυνατότητα να αποδώσει τα μέγιστα. Παρόλο που σε πρώτη φάση θεωρείται αποτέλεσμα της σωματικής δουλειάς και της φυσιολογίας του αθλητή, εντούτοις όμως η απελευθέρωση ενέργειας σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με την ψυχοπνευματική κατάστασή του. Παράγοντες που καθορίζουν την ποσότητα ενέργειας που θα «διαθέσει» ο αθλητής στον αγώνα, αποτελούν η διάθεση και η όρεξή του να αγωνιστεί. Ο στόχος που έχει τεθεί, το «γιατί» να αγωνιστεώ. Χωρίς στόχο δεν υπάρχει κατεύθυνση και τρόπος να μετουσιώσει ο αθλητής τη δουλειά του σε ενεργοποίηση. Η διάθεσή του επηρεάζεται από το πιθανό άγχος του, τις αμφιβολίες που ίσως έχει αναπτύξει για το επίπεδο ετοιμότητάς του, το φόβο της κούρασης και την έλλειψη αυτοπεποίθησης. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο αθλητής βλέπει τον αγώνα ως κάτι πελώριο και τον εαυτό του αδύναμο μπροστά στην τεράστια διάσταση που έχει δώσει στον αγώνα. Η προετοιμασία τίθεται υπό κρίση, αναπτύσσονται αμφιβολίες, εμφανίζει άγχος, γίνεται ευάλωτος και υποτιμά τον εαυτό του. Για την αμφιβολία ο Νίτσε είχε τονίσει ότι «σε δηλητηριάζει χωρίς να σε σκοτώνει», εννοώντας ότι έχοντας αμφιβολία μπορείς να συμμετέχεις σε μια δραστηριότητα, αλλά δεν θα είσαι στην καλύτερη δυνατή συναισθηματική κατάσταση. Προετοιμασμένος καλά, ο αθλητής έχει τη δυνατότητα να κάμψει τις όποιες αμφιβολίες του, να αισθανθεί σίγουρος και να «επιτρέψει» στον εαυτό του να απελευθερώσει την απαραίτητη ενέργεια. Στον αγώνα πηγαίνει με ό,τι έχεις, τίποτα περισσότερο-τίποτα λιγότερο και με τη σιγουριά και το στόχο να αποδώσεις αυτό που μπορείς. Ο Αμερικανός κολυμβητής με το παγκόσμιο ρεκόρ των 8 χρυσών μεταλλίων στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2008, Μίκαελ Φέλπς, όταν ρωτήθηκε πριν τους αγώνες για τον στόχο του είχε απαντήσει: «θα ήθελα όταν τελειώσουν οι αγώνες, κάνοντας ανασκόπηση της απόδοσής μου, να μπορώ να πω ότι έδωσα ό,τι είχα να δώσω, τότε θα είμαι απόλυτα ευχαριστημένος». Έτσι κρίνει την επιτυχία ο καλύτερος αθλητής όλων των εποχών στην κολύμβηση, απλά κυνηγώντας τον «ιδανικό» του εαυτό.
Όταν ο αθλητής έχει πετύχει την συσσώρευση ενέργειας τότε το «μόνο» που απομένει είναι να είναισυγκεντρωμένος. Είναι πιθανό να έχει κάνει άρτια προετοιμασία αλλά να μην αποδώσει αυτό που μπορεί για το λόγο ότι δεν κατάφερε να συγκεντρωθεί. Είναι αναγκαίο να τονιστεί ότι η συγκέντρωση δεν είναι διαδικασία της τελευταίας εβδομάδας: ακολουθεί μια σταδιακά εξελισσόμενη κατάσταση, το αποκορύφωμα της οποίας, είναι ο αγώνας. Για να μπορείς να συγκεντρωθείς 100% την εβδομάδα του αγώνα είναι αναγκαίο να είσαι μια εβδομάδα πιο πριν στο 99% κ.ο.κ. Η επίτευξη της συγκέντρωσης είναι το πιο δύσκολο ίσως «τεχνικό» στοιχείο που έχει να δουλέψει πνευματικά ο αθλητής. Ωστόσο, δουλεύεται και αναπτύσσεται. Απαιτεί όμως θέληση και πλάνο! Απαιτεί πνευματική δουλειά κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας. Οι παράγοντες που επιδρούν στη συγκέντρωση είναι αρκετοί, συνδέεται άρρηκτα με τη διάθεση καθώς ο συναισθηματικά θετικός αθλητής συγκεντρώνεται πιο εύκολα και ωφέλιμα από τον αθλητή με αμφιβολίες και αρνητικές σκέψεις.
Το θετικό των παραπάνω στοιχείων, είτε αφορούν στην προετοιμασία των αθλητών είτε στις αγωνιστικές συνθήκες είναι ότι αποτελούν προσωπική επιλογή του καθενός και η βελτίωσή τους περνά σίγουρα από τις προσωπικές τους δυνατότητες, αρκεί να υπάρχει θέληση κα πλάνο!
Ζαρώτης Γιάννης
Ψυχολόγος-Αθλητικός Ψυχολόγος
Learn More
Η συναισθηματική κατάσταση των αθλητών στον αγώνα
Ο John McEnroe, κορυφαίος αθλητής του τένις για πολλά χρόνια, είχε υποστηρίξει: «το θέμα δεν είναι αν θα απογοητευτείς αλλά το να μπορέσεις να το ξεπεράσεις. Ο πρωταθλητής είναι εκείνος που μπορεί να ξεπερνά την απογοήτευση καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο».
Με τη συγκεκριμένη έκφραση θέλησε να τονίσει τη σημασία του συναισθηματικού ελέγχου του αθλητή τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια ενός αγώνα. Το περιβάλλον του αθλητισμού χαρακτηρίζεται από τη συνθετότητά του και απαιτεί «υψηλού επιπέδου» λειτουργικότητα, τόσο σε σωματικό-φυσικό όσο και σε πνευματικό-ψυχολογικό επίπεδο.
Μια από τις δυσκολίες της διαχείρισης της συναισθηματικής κατάστασης των αθλητών, έγκειται στην ολοκληρωμένη προετοιμασία τους για τον επερχόμενο αγώνα. Ακόμη και αν οι προπονήσεις της εβδομάδας έχουν ολοκληρωθεί στο επιθυμητό επίπεδο, ο αθλητής έχει να «ελέγξει» και την πνευματική-ψυχολογική προετοιμασία του για τον αγώνα. Ο αθλητής προετοιμάζει για τον αγώνα τρία πλάνα. Ένα που αφορά στην φυσιολογική-σωματική λειτουργία, ένα πλάνο τακτικής και ένα πνευματικό πλάνο.
Το πνευματικό πλάνο περιλαμβάνει την καλλιέργεια θετικής πνευματικής στάσης για τον αγώνα (π.χ. είμαι ικανός να κερδίσω), τη δυνατότητα να «επιστρέφει» από αντιξοότητες κατά τη διάρκεια του αγώνα και τον συναισθηματικό έλεγχο.
Σε έναν αγώνα υπάρχουν τέσσερα βασικά συναισθήματα: ο πανικός, το άγχος, η αυτοπεποίθηση και η αλαζονεία/απάθεια, στα οποία ένας αθλητής δύναται να «κινείται». Σχηματικά, ο πανικός και η αλαζονεία/απάθεια τοποθετούνται στα δύο άκρα και το άγχος και η αυτοπεποίθηση στο μέσο της γραμμής.
Πανικός: αναφέρεται σε καταστάσεις όπου οι αθλητές βιώνουν πανικό για τον αγώνα, είτε γιατί ο αντίπαλος είναι πολύ καλός είτε για γιατί είναι πολύ κρίσιμος ο αγώνας και θεωρούν ότι θα κριθούν από το αποτέλεσμά του.
Άγχος: αναφέρεται σε μια κατάσταση ανησυχίας των αθλητών σχετικά με την επάρκεια και την ικανότητά τους για τον αγώνα. Σκέψεις όπως ‘δεν είμαι πολύ σίγουρος για την ικανότητά μου, ο αντίπαλος δείχνει σε καλύτερη κατάσταση κ.ά.’ αποτυπώνουν την ανησυχία στη συγκεκριμένη κατάσταση. Η διαφορά του πανικού με το άγχος είναι το ότι σε κατάσταση πανικού ο αθλητής βιώνει ακραία συναισθήματα και δύσκολα μπορεί να αντιστρέψει την κατάσταση.
Αυτοπεποίθηση: δηλώνει τη σιγουριά και την εμπιστοσύνη για την ικανότητα των αθλητών για τους εαυτούς τους. Συνηθισμένες εκφράσεις αποτελούν τα ‘είμαι πολύ καλά προετοιμασμένος, μπορώ να κερδίσω κ.ά.’.
Αλαζονεία/απάθεια: στο συγκεκριμένο επίπεδο ο αθλητής βιώνει την αίσθηση της σίγουρης και απόλυτης επιτυχίας, χωρίς ωστόσο να παραμένει συγκεντρωμένος στον αγώνα. Θεωρεί ότι το αποτέλεσμα είναι δεδομένα καλό και συμπεριφερόμενος αλαζονικά, ελαττώνει την προσπάθειά του.
Το κοινό σημείο των τεσσάρων συναισθημάτων είναι η μεταβολή της προσπάθειας και κατ΄ επέκταση της ενέργειας που βγάζει ο αθλητής στον αγωνιστικό χώρο. Σε κατάσταση πανικού και αλαζονείας, για διαφορετικούς λόγους για την κάθε κατάσταση, η προσπάθεια μειώνεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Στην κατάσταση του άγχους, η ενέργεια που έχει να βγάλει ο αθλητής είναι χαμηλότερη από το αναμενόμενο, ενώ στην κατάσταση της αυτοπεποίθησης, η προσπάθεια και η ενεργοποίηση βρίσκονται σε ωφέλιμο επίπεδο. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι οι αθλητές αποδίδουν σε διαφορετικά επίπεδα αυτοπεποίθησης και άγχους, με το ωφέλιμο επίπεδο να βρίσκεται μεταξύ των συναισθημάτων αυτοπεποίθησης και άγχους. Έτσι, είναι σύνηθες κάποιοι αθλητές να αποδίδουν όντες συναισθηματικά κοντά στην αυτοπεποίθηση και κάποιοι άλλοι κοντά στο άγχος.
Ζαρώτης Γιάννης
Ψυχολόγος-Αθλητικός Ψυχολόγος
Learn More
Η εναλλαγή των συναισθημάτων των παικτών στον αγώνα
Στις ΗΠΑ έχει υιοθετηθεί η εξής άποψη για την ικανότητα του προπονητή: «Ένας καλός προπονητής εξηγεί, ένας πολύ καλός προπονητής δείχνει, αλλά ο μεγάλος, σε αξία προπονητής, εμπνέει». Το παραπάνω γνωμικό υιοθετήθηκε στον αθλητισμό για να αποδώσει τον ιδιαίτερο ρόλο που μπορεί να έχει ο προπονητής στη διαχείριση και την προσπάθεια της ομάδας του. Στο άθλημα του ποδοσφαίρου, ο ρόλος του προπονητή είναι ορισμένες φορές πολύ σημαντικός για την εξέλιξη του παιχνιδιού, τόσο ως προς τεχνικό πλάνο όσο και προς την ψυχολογική βοήθεια που προσφέρει στον αθλητές, τα οποία είναι κομβικά για την εξέλιξη του αγώνα. Η επίδραση του προπονητή στη διαχείριση των συναισθημάτων από την πλευρά των ποδοσφαιριστών, αποκτά μεγάλη σημασία κατά τη διάρκεια της εβδομάδας προετοιμασίας για τον επερχόμενο αγώνα, όσον αφορά στο πνευματικό πλάνο (καλλιέργεια θετικής πνευματικής στάσηςγια τον αγώνα), τη δυνατότητα να «επιστρέφει» η ομάδα από αντιξοότητες κατά τη διάρκεια του αγώνα και τον συναισθηματικό έλεγχο. Οι προπονητές, προετοιμάζοντας και καθοδηγώντας την ομάδα τους στους αγώνες, θα ήταν χρήσιμο για τους ίδιους να γνωρίζουν την αξία των στρατηγικών προετοιμασίας για τους αγώνες και να έχουν την ικανότητα να «καθορίσουν» το ωφέλιμο επίπεδο πνευματικής κατάστασης των αθλητών τους.
Έχοντας τονίσει τα τέσσερα βασικά συναισθήματα του αγώνα, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εναλλαγή των συναισθημάτων των ποδοσφαιριστών με την έναρξη του αγώνα.
Με την έναρξη του αγώνα, ενώ μια ομάδα έχει προετοιμαστεί επαρκώς σωματικά και ψυχοπνευματικά, εντούτοις όμως αρκετές φορές φαίνεται να βρίσκεται στο «έλεος των γεγονότων». Τα γεγονότα του αγώνα είναι πιθανό να επηρεάσουν την πνευματική κατάσταση της ομάδας, θετικά και αρνητικά. Την ίδια επίδραση αναμένεται να βιώνουν και οι αντίπαλοι. Έτσι η συναισθηματική κατάσταση των παικτών στον αγώνα διαμορφώνεται με βάση την εξέλιξή του και εμφανίζει πολλές παλινδρομήσεις μεταξύ άγχους και αυτοπεποίθησης. Ο εκάστοτε ποδοσφαιριστής, ξεκινώντας με λίγο άγχος τον αγώνα, με βάση την επίτευξη ενός τέρματος είναι πιθανό να βιώνει περισσότερη αυτοπεποίθηση ή περισσότερο άγχος, όταν η ομάδα του δέχεται τέρμα.
Οι παράγοντες που διαφοροποιούν την πνευματική και συναισθηματική κατάσταση των ποδοσφαιριστών στον αγώνα είναι τα εξής:
- Η επίτευξη τέρματος
- Οι χαμένες ευκαιρίες
- Τα λάθη
- Πιθανώς τραυματισμός
- Οι αλλαγές
- Οι αποφάσεις του διαιτητή
- Η κούραση
- Διαφωνίες μεταξύ συμπαικτών
- Πιθανή αλλαγή καιρού-αλλαγή στο τερέν του γηπέδου
- Απόσυρση από τον αγώνα (έλλειψη προσπάθειας και ενδιαφέροντος)
- Διάσπαση προσοχής από τον κόσμο
Στόχος του προπονητή είναι να «εκπαιδευτούν» οι ποδοσφαιριστές στην περίοδο της προετοιμασίας του αγώνα για την αντιμετώπιση τέτοιου είδους καταστάσεων, ώστε να μην τους είναι πρωτόγνωρες και ακατάβλητες.
Για την καλύτερη κατανόηση της εναλλαγής συναισθημάτων κατά τη διάρκεια του αγώνα, ο τελικός του 2005 για το Champions League μεταξύ των Μίλαν και Λίβερπουλ είναι ένα πολύ διαφωτιστικό παράδειγμα. Στην αρχή του αγώνα η Μίλαν φάνηκε να έχει περισσότερη αυτοπεποίθηση, με βάση ίσως του ότι είχε 4 κατακτήσεις του τροπαίου στο παρελθόν και έφτασε στον τελικό μη έχοντας δεχθεί τέρμα στους 6 τελευταίους της αγώνες πριν τον τελικό. Στον αντίποδα η Λίβερπουλ προερχόταν από μια κακή συνολικά σαιζόν (για τα δεδομένα της ομάδας) και η κατάκτηση του τροπαίου ήταν η μοναδική ευκαιρία «εξιλέωσης». Η προετοιμασία των δύο ομάδων με βάση ό,τι περιγράφηκε έφερε τη Μίλαν να προηγείται μετά από 50 μόλις δευτερόλεπτα αγώνα. Ο ρυθμός του αγώνα ελεγχόταν από την Ιταλική ομάδα και έφτασε στην επίτευξη δύο τερμάτων ακόμη μεταξύ 38ου και 43ου λεπτού, με το ημίχρονο να κλείνει με σκορ 3-0. Ωστόσο, τι διαφοροποιήθηκε στο ημίχρονο και επηρέασε την μετέπειτα εξέλιξη του αγώνα?
Είναι φανερό ότι η Μίλαν πέρασε από την αυτοπεποίθηση στην υπεροψία δίνοντας παράλληλα την ευκαιρία στη Λίβερπουλ να περάσει από τον πανικό στην αυτοπεποίθηση. Ο ρόλος του προπονητή της Λίβερπουλ στο ημίχρονο ήταν να ωθήσει τους παίκτες να κοιτάξουν μπροστά αφήνοντας το 10 ημίχρονο, να ξαναφτιάξει τον ενθουσιασμό τους για τον αγώνα, να διατηρήσει τα θετικά της ομάδας του και να αλλάξει τα αρνητικά. Παράλληλα, τονίζει την θέση των πιο έμπειρων παικτών ώστε να εμπνεύσουν τους συμπαίκτες τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι για να τονώσει την προσπάθεια των παικτών του ο προπονητής της Λίβερπουλ τους προέτρεψε να ακούσουν τους πανηγυρισμούς των παικτών της Μίλαν που ακούγονταν στα αποδυτήρια.
Η υπεροψία της Μίλαν και η ταυτόχρονη συναισθηματική ανάταση των παικτών της Λίβερπουλ επιφέρει τρία τέρματα για τους Άγγλους σε 7 λεπτά, ανατρέποντας πλήρως τη ροή του αγώνα. Η Μίλαν πλέον βρέθηκε από την υπεροψία κατευθείαν στον πανικό και η Λίβερπουλ από τον πανικό στην αυτοπεποίθηση. Στη συνέχεια του παιχνιδιού, η μία ομάδα δεν μπορούσε συναισθηματικά να αποδώσει (Μίλαν) και η άλλη έχοντας πετύχει το στόχο της, έριξε το ρυθμό της.
Το παραπάνω παράδειγμα υποδηλώνει την επίδραση του συναισθημάτων στον αγώνα, σε ένα άθλημα που είναι δημοφιλές εξαιτίας της εναλλαγής των καταστάσεων και των συναισθημάτων κατά τη διάρκειά του. γνωρίζοντας ο προπονητής τη φύση του αθλήματος είναι απαραίτητο για την επιτυχία της ομάδας, να προετοιμαστεί κατάλληλα τόσο πνευματικά όσο και ψυχολογικά. Παράλληλα, η γνώση από την πλευρά του προπονητή των χαρακτηριστικών της ομάδας του, θα του δώσει τη δυνατότητα να διαχειριστεί ωφέλιμα την εξέλιξη του αγώνα. Η ψυχολογική προετοιμασία της ομάδας, πολλές φορές είναι εκείνη που διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην απόδοσή της, ενθυμούμενοι ότι «οι νικητές έχουν απλώς συνηθίσει να κάνουν πράγματα τα οποία δεν κάνουν οι ηττημένοι».
Ζαρώτης Γιάννης
Ψυχολόγος-Αθλητικός Ψυχολόγος
Learn More
Σεμινάρια Προπονητών
Τα σεμινάρια Αθλητικής Ψυχολογίας απευθύνονται κατά κύριο λόγο σε προπονητές, όλων των ηλικιών και επιπέδων. Αναφέρονται σε θέματα που αφορούν σε αθλητές νεαρής ηλικίας και με μικρή εμπειρία, αλλά και σε αθλητές υψηλού επιπέδου, με μακρόχρονη πορεία στον αθλητισμό. Αναλύονται τέσσερα βασικά ζητήματα του αθλητικού περιβάλλοντος, το άγχος, η επικοινωνία των προπονητών με αθλητές καιγονείς, οι στόχοι στο αθλητικό πλαίσιο και τα κίνητρα των αθλητών.
Στο σεμινάριο που αφορά στο άγχος των αθλητών, περιγράφεται η διαδικασία του άγχους στον άνθρωπο και πώς εκδηλώνεται στους αθλητές. Αναλύονται οι επιπτώσεις του άγχους στην αγωνιστική απόδοση καθώς και η πιθανή «συμβολή» του προπονητή στη μεγιστοποίηση του άγχους των αθλητών. Το άγχος παρουσιάζεται ως παράγοντας κληρονομικών καταβολών, ως στοιχείο σύμφυτο με την πίεση που αναπτύσσεται στους αθλητικούς χώρους, ως αποτέλεσμα των υψηλών προσδοκιών των εμπλεκομένων στο αθλητικό περιβάλλον. Η αντιμετώπισή του αποτελεί διαδικασία δύσκολη και επίπονη, στην οποία ο ρόλος του προπονητή είναι καθοριστικός.
Η επικοινωνία των προπονητών με τους αθλητές τους βασίζεται σε δύο θεμελιώδεις αρχές, την αμοιβαία ικανοποίηση και την αποτελεσματική αλληλεπίδραση. Η ικανοποίηση των δύο πλευρών αποτελεί το σκοπό της συνεργασίας τους και παρουσιάζονται έννοιες που την ενισχύουν, όπως η εποικοδομητική ανατροφοδότηση, η επιβράβευση, η ωφέλιμη χρήση των τιμωριών και η διαδικασία επίλυσης συγκρούσεων. Η επικοινωνία επεκτείνεται στις σχέσεις των προπονητών με τους γονείς, στην οποία, η πρώτη συνάντηση της κάθε αγωνιστικής χρονιάς, είναι η βάση για την μετέπειτα συνεργασία των δύο πλευρών, με εμπιστοσύνη και καλοπροαίρετη διάθεση.
Οι στόχοι των αθλητών είναι η κατεύθυνσή τους στον αθλητικό περιβάλλον, είναι ο παράγοντας που μεγιστοποιεί την προσπάθειά τους, δίνει ποιότητα στην καθημερινή προπόνηση και βελτιώνει την απόδοσή τους. Η τοποθέτησή τους εμπεριέχει συγκεκριμένους κανόνες, η παραβίαση των οποίων συνιστά τις «παγίδες» των στόχων. Η παρακολούθηση των στόχων και τα έγγραφα που αναπτύσσονται για τον σκοπό αυτό, αποτελούν την αρχή για την μέγιστη δυνατή απόδοσή τους με αντίπαλο τον «ιδανικό εαυτό» του καθενός. Ο ρόλος του προπονητή συνίσταται στο να κατευθύνει τον αθλητή προς τον στόχο του, βελτιώνοντας την «αυτό-συνειδητότητά» του, τη γνώση του εαυτού του και των δυνατοτήτων του.
Τα κίνητρα είναι για τον αθλητισμό η αρχή οποιασδήποτε συμπεριφοράς. Αιτιολογούν τη συμμετοχή των αθλητών, είτε ως εσωτερικά είτε ως εξωτερικά. Καλλιεργούνται από τους γονείς και το κοινωνικό πλαίσιο, υποβοηθούνται στην εξέλιξή τους από τους προπονητές των αθλητών. Στόχος των προπονητών είναι να δημιουργήσουν το καλύτερο δυνατό περιβάλλον για την ανάπτυξη των εσωτερικών, κυρίως, κινήτρων των αθλητών. Ο έλεγχος, η επιλογή, ο συναγωνισμός, η επίτευξη και η σύνδεση είναι θεμελιώδεις έννοιες για την ανάπτυξη των αθλητών σε προπονητικό και αγωνιστικό επίπεδο. Η παραμονή και επιτυχία του αθλητή στο περιβάλλον του αθλητισμού ορίζεται και καθορίζεται από την ύπαρξη των κινήτρων του για την αθλητική δραστηριότητα.
Ζαρώτης Γιάννης
Ψυχολόγος-Αθλητικός Ψυχολόγος
Learn More
Ψυχολογική προετοιμασία αγώνα
Τις ημέρες των αγώνων είναι που έρχεται στο μυαλό σου, σαν ζωντανή εικόνα, όλη η προετοιμασία της χρονιάς. ‘Έχω δουλέψει ό,τι θα ήθελα;’ ‘Είμαι αρκετά έτοιμος για τους αγώνες;’ ‘Μήπως δεν έχω κάνει αρκετά;’ Είναι κάποιες από τις «αυτόματες» ερωτήσεις όσο πλησιάζει ο αγώνας, οι οποίες «βασανίζουν» τους αθλητές. Αναζητώντας την τέλεια ψυχολογική προετοιμασία για τον αγώνα, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι δεν έχει να κάνει με την τελευταία εβδομάδα. Η καλύτερη ψυχολογική προετοιμασία για τον αγώνα είναι η όσο το δυνατόν καλύτερη προετοιμασία κατά τη διάρκεια της χρονιάς. Αυτό γιατί ο αθλητής με την καλύτερη δυνατή προετοιμασία έχει «απαντήσει» πολλές από τις ερωτήσεις της τελευταίας εβδομάδας, μέσα στη χρονιά.
Οι απαιτήσεις του αγωνιστικού αθλητισμού συνοψίζονται σε δύο λέξεις (!): Ενέργεια και συγκέντρωση. Δύο έννοιες οι οποίες αλληλοεπηρεάζονται και δημιουργούν τις συνθήκες για την ιδανική απόδοση.
Υποστηρίζεται ότι η προετοιμασία και συμμετοχή στον αθλητισμό προϋποθέτει δύο στοιχεία: θέληση και πλάνο. Η θέληση αναφέρεται στη δέσμευση και το κίνητρο του αθλητή να προσπαθήσει με ό,τι δύναμη έχει για το στόχο του και το πλάνο αναφέρεται στην σωστά σχεδιασμένη και προγραμματισμένη προπόνηση, η οποία αποτελεί κατά βάση δουλειά του προπονητή. Η αγωνιστική διαδικασία αντίστοιχα προϋποθέτει τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν: ενέργεια και συγκέντρωση.
Η ενέργεια που καλείται να βγάλει ο αθλητής στον αγώνα είναι το απαραίτητο στοιχείο για να πετύχει το στόχο του. Αναφέρεται ο αθλητής που είναι ενεργοποιημένος, παθιασμένος, με έντονη προσπάθεια και επιμονή. Περιλαμβάνει όλα τα σωματικά στοιχεία, τα οποία έχουν δουλευτεί μέσα στη χρονιά και δίνουν στον αθλητή τη δυνατότητα να αποδώσει τα μέγιστα. Συνδέεται με τη θέληση και το σωστό πλάνο που έχει αναπτυχθεί στην προετοιμασία του. Παρόλο που σε πρώτη φάση θεωρείται αποτέλεσμα της σωματικής δουλειάς και της φυσιολογίας του αθλητή, εντούτοις όμως η απελευθέρωση ενέργειας σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με την ψυχοπνευματική κατάστασή του. Παράγοντες που καθορίζουν την ποσότητα ενέργειας που θα «διαθέσει» ο αθλητής στον αγώνα, αποτελούν η διάθεση και η όρεξή του να αγωνιστεί. Ο στόχος που έχει τεθεί, το «γιατί» να αγωνιστώ. Χωρίς στόχο δεν υπάρχει κατεύθυνση και τρόπος να μετουσιώσει ο αθλητής τη δουλειά του σε ενεργοποίηση. Η διάθεσή του επηρεάζεται από το πιθανό άγχος του, τις αμφιβολίες που ίσως έχει αναπτύξει για το επίπεδο ετοιμότητάς του, το φόβο της κούρασης και την έλλειψη αυτοπεποίθησης. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο αθλητής βλέπει τον αγώνα ως κάτι πελώριο και τον εαυτό του αδύναμο μπροστά στην τεράστια διάσταση που έχει δώσει στο αγώνα. Η προετοιμασία τίθεται υπό κρίση, αναπτύσσονται αμφιβολίες, εμφανίζει άγχος, γίνεται ευάλωτος και υποτιμά τον εαυτό του. Για την αμφιβολία ο Νίτσε είχε τονίσει ότι «σε δηλητηριάζει χωρίς να σε σκοτώνει», εννοώντας ότι έχοντας αμφιβολία μπορείς να συμμετέχεις σε μια δραστηριότητα, αλλά δεν θα είσαι στην καλύτερη δυνατή συναισθηματική κατάσταση. Προετοιμασμένος καλά, ο αθλητής έχει τη δυνατότητα να κάμψει τις όποιες αμφιβολίες του, να αισθανθεί σίγουρος και να «επιτρέψει» στον εαυτό του να απελευθερώσει την απαραίτητη ενέργεια. Στον αγώνα πηγαίνει με ό,τι έχεις, τίποτα περισσότερο-τίποτα λιγότερο και με τη σιγουριά και το στόχο να αποδώσεις αυτό που μπορείς. Ο Αμερικανός κολυμβητής με το παγκόσμιο ρεκόρ των 8 χρυσών μεταλλίων στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2008, Μίκαελ Φέλπς, όταν ρωτήθηκε πριν τους αγώνες για τον στόχο του είχε απαντήσει: «θα ήθελα όταν τελειώσουν οι αγώνες, κάνοντας ανασκόπηση της απόδοσής μου, να μπορώ να πω ότι έδωσα ό,τι είχα να δώσω, τότε θα είμαι απόλυτα ευχαριστημένος». Έτσι κρίνει την επιτυχία ο καλύτερος αθλητής όλων των εποχών στην κολύμβηση, απλά κυνηγώντας τον «ιδανικό» του εαυτό.
Όταν ο αθλητής έχει πετύχει την συσσώρευση ενέργειας τότε το «μόνο» που απομένει είναι να είναι συγκεντρωμένος. Είναι πιθανό να έχει κάνει άρτια προετοιμασία αλλά να μην αποσώσει αυτό που μπορεί για το λόγο ότι δεν κατάφερε να συγκεντρωθεί. Είναι αναγκαίο να τονιστεί ότι η συγκέντρωση δεν είναι διαδικασία της τελευταίας εβδομάδας: ακολουθεί μια σταδιακά εξελισσόμενη κατάσταση, το αποκορύφωμα της οποίας είναι ο αγώνας. Για να μπορείς να συγκεντρωθείς 100% την εβδομάδα του αγώνα είναι αναγκαίο να είσαι μια εβδομάδα πιο πριν στο 99% κ.ο.κ. Η επίτευξη της συγκέντρωσης είναι το πιο δύσκολο ίσως «τεχνικό» στοιχείο που έχει να δουλέψει πνευματικά ο αθλητής. Ωστόσο, δουλεύεται και αναπτύσσεται. Απαιτεί όμως θέληση και πλάνο! Απαιτεί πνευματική δουλειά κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας. Οι παράγοντες που επιδρούν στη συγκέντρωση είναι αρκετοί, συνδέεται άρρηκτα με τη διάθεση καθώς ο συναισθηματικά θετικός αθλητής συγκεντρώνεται πιο εύκολα και ωφέλιμα από τον αθλητή με αμφιβολίες και αρνητικές σκέψεις.
Το θετικό των παραπάνω στοιχείων, είτε αφορούν στην προετοιμασία των αθλητών είτε στις αγωνιστικές συνθήκες είναι ότι αποτελούν προσωπική επιλογή του καθενός και η βελτίωσή τους περνά σίγουρα από τις προσωπικές τους δυνατότητες, αρκεί να υπάρχει θέληση κα πλάνο!
Ζαρώτης Γιάννης
Ψυχολόγος-Αθλητικός Ψυχολόγος
Learn More
Η συναισθηματική κατάσταση των ποδοσφαιριστών στον αγώνα



