Το σύνδρομο του Πρωταθλητή

Ο αθλητισμός και κατ’ επέκταση ο πρωταθλητισμός περιλαμβάνουν πληθώρα καταστάσεων, θετικών και αρνητικών, οι οποίες σχετίζονται με τη συμμετοχή των αθλητών. Στο πλαίσιο του «υψηλού» αθλητισμού κάνουν την εμφάνισή τους τα «σύνδρομα», καταστάσεις οι οποίες τονίζονται ιδιαίτερα και σχετίζονται με τη συμπεριφορά και απόδοση των αθλητών. Το σύνδρομο, είναι μια σειρά από συμπτώματα, τα οποία κάνουν την εμφάνισή τους ως συνοδά της ίδιας εξωτερικής ή εσωτερικής εικόνας, η προέλευση των οποίων ωστόσο, δεν έχει εξακριβωθεί.

Συχνά στον αθλητισμό γίνεται λόγος για το «σύνδρομο του πρωταθλητή», το οποίο εμφανίζεται πιο συχνά σε αθλητές υψηλού επιπέδου, ιδίως στο αποκορύφωμα της καριέρας τους, και αφορά ένα ποσοστό 1-2% του πληθυσμού που βρίσκεται στον «υψηλού επιπέδου» αθλητισμό. Παρουσιάζεται σε αθλητές τόσο ατομικών όσο και ομαδικών αθλημάτων και χαρακτηρίζει τον αθλητή που έχει φτάσει σε υψηλό επίπεδο αθλητικού και κοινωνικού γοήτρου, ο οποίος ωστόσο, έχει διαφοροποιηθεί  ως προς την απλότητα των επιδιώξεων και των στόχων, με τους οποίους ξεκίνησε τον αθλητισμό. Η διασκέδαση της συμμετοχής και η αναζήτηση της «ομάδας» αντικαταστάθηκαν από το «πρέπει», την αντιλαμβανόμενη ανάγκη διατήρησης των «κεκτημένων», το φόβο του σταθερού κινδύνου απώλειας της εκτίμησης των άλλων, την απειλή του χρόνου (ως προς τη διάρκεια της καριέρας) και τα οικονομικά οφέλη, προεξάρχοντος του κέρδους.

Στις περιπτώσεις αυτές ο αθλητισμός από διασκέδαση και ικανοποίηση μεταβάλλεται σε κάτι επιβαρυντικό και πιεστικό. Μαζί με την αναγνώριση ο πρωταθλητής συναντά διάφορες «ψυχοτραυματικές» καταστάσεις, όπως η δυσκολία προσαρμογής στην «εύκολη» ζωή και στη φήμη που αποκτήθηκαν πολύ γρήγορα, από μια προσωπικότητα όχι πάντα ώριμη για μια τόσο απότομη και ολοκληρωτική αλλαγή των συνθηκών του περιβάλλοντος. Βιώνει ανασφάλεια, η οποία πηγάζει από τη μεταβολή της αυτοεκτίμησης, ως συνεπακόλουθο της απώλειας εκτίμησης των γύρω του προς εκείνον, με βάση την έκβαση των αγωνιστικών αποτελεσμάτων και υπερεκτίμησης κάποιων πραγμάτων, τα οποία «τροφοδοτούσαν» τηνυπέρλαμπρη εικόνα του. Η αγωνιστική φόρτιση και το άγχος στους αθλητές υψηλού επιπέδου, επιτείνονται από το κοινό, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και την οικογένεια, καθώς και από τον «επαγγελματικό» χαρακτήρα της «κάποτε» διασκέδασής τους.

 

Τα συμπτώματα του συνδρόμου αποτελούν συνήθως:

1)Συμπεριφορά προερχόμενη από υπερβολική και όχι πλήρως μετουσιωμένη επιθετικότητα, την οποία «αναγκάζεται» να παράγει ο αθλητής, κάτω από το βάρος του συναγωνισμού. Σε πολλές περιπτώσεις, υποτιμά την ικανότητα των άλλων και εμφανίζει «θεατρική» συμπεριφορά. Απαιτεί περισσότερη ελευθερία, εκτίμηση και χρήματα. Θέλει να ασχολείται υπερβολικά και άκαιρα με προβλήματα οργανωτικά, τακτικής και τεχνικής, ενώ δίνει συνεντεύξεις στον Τύπο. Προοδευτικά έχουμε την εικόνα απώλειας της αυθεντικότητας και της δημιουργίας ενός ψεύτικου σκηνικού, όπου αυτός είναι ο άνθρωπος θέαμα, ο άνθρωπος είδηση, ο άνθρωπος της ημέρας.

2)Με την παρουσίαση συμπτωμάτων προερχόμενα από εξάρσεις άγχους. Η ανάγκη διατήρησης με κάθε κόστος του γοήτρου, επιβάλλουν σ΄ αυτόν να αναζητά αστήρικτες δικαιολογίες όπως, τη φυσική κατάσταση, τον αγώνα «μειωμένης σημασίας» κ.ά. σε κάθε κακή του απόδοση. Πολλές φορές επενδύει κατά τρόπο βεβιασμένο και μη παραγωγικό τα χρήματα που κερδίζει από τον αθλητισμό, με σκοπό να ισοσταθμίσει και να θεραπεύσει την ανασφάλεια που νιώθει, ανοίγοντας με τον τρόπο αυτό ένα δεύτερο μέτωπο άγνωστο σ΄ αυτόν, με αποτελέσματα μη παραγωγικά και ενίοτε χαοτικά. Από τα παραπάνω  ξεκινά μια μακρά σειρά λαθών με τελική κατάληξη την εξαναγκαστική απόσυρση.

Το «σύνδρομο του πρωταθλητή» δεν είναι, ωστόσο, σύμφυτο με τον υψηλό αθλητισμό, ούτε και υπάρχει εκ των προτέρων, ως τελικό αποτέλεσμα της συμμετοχής των αθλητών στο επίπεδο του υψηλού αθλητισμού. Εμφανίζεται και καλλιεργείται σε προσωπικότητες, οι οποίες παρουσιάζουν μια ανισορροπία μεταξύ απαιτήσεων και ικανοτήτων, μια δυσκολία να διαχειριστούν καταστάσεις, τις οποίες τα ίδια τα άτομα προκαλούν, χωρίς ωστόσο να έχουν εκπαιδευθεί να τις θέτουν υπό έλεγχο. Η δομή της προσωπικότητας, τα στοιχεία τα οποία αποκτούν οι μικροί σε ηλικία αθλητές, είναι σαφέστατα βασικοί παράγοντες για την μετέπειτα διαχείριση της «μεγάλης» προσωπικής εικόνας. Πολλοί αθλητικοί σύλλογοι, θέλοντας να ενισχύσουν και να θωρακίσουν προς αυτή την κατεύθυνση τους αθλητές τους, προβάλλουν και προάγουν τη σημασία της καλλιέργειας και της εκπαίδευσης από μικρές ηλικίες. Ο αθλητισμός παρέχει απλόχερα τη δυνατότητα να αναπτύξουν οι αθλητές την έννοια της αυτοσυνειδητότητας, να κατανοούν δηλαδή σε κάθε περίπτωση «τι μπορούν και τι δεν μπορούν» να αντιμετωπίσουν και ποιά στοιχεία τους χρειάζονται περαιτέρω βελτίωση, για την ομαλή παραμονή και ευημερία τους στο περιβάλλον του αγωνιστικού αθλητισμού.

Ο ρόλος των συλλόγων και των ομάδων είναι να δημιουργήσουν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο θα παρέχονται πολλά από τα εφόδια που αναζητά η ανθρώπινη ύπαρξη για την ανάπτυξη και περαιτέρω εξέλιξή της.
Ένα πλαίσιο το οποίο θα εστιάσει στον αθλητή, θα αξιολογήσει τις ανάγκες του, θα σχεδιάσει με βάση το μέλλον του  και θα του προσφέρει τη δυνατότητα να αναπτύξει τρόπους διαχείρισης και αντιμετώπισης καταστάσεων, οι οποίες θα καθορίσουν την αθλητική του καριέρα και την μετέπειτα ζωή του.

 

 

Γιάννης Ζαρώτης

Ψυχολόγος-Αθλητικός Ψυχολόγος