Η γνωσιακή-συμπεριφοριστική προσέγγιση στον αθλητισμό: μια μελέτη περίπτωσης

Ζαρώτης Ι.Α. & Ψυχουντάκη Μ. Προφορική ανακοίνωση στο 10ο Πανελλήνιο Συνέδριο Αθλητικής Ψυχολογίας. 12-14 Δεκεμβρίου 2008, Αθήνα

Το γνωσιακο-συμπεριφοριστικό μοντέλο αναπτύχθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1950, με την πεποίθηση ότι θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες ψυχολογικής υγείας των ανθρώπων. Το μοντέλο αυτό εξελίχθηκε και εφαρμόστηκε με ταχύτατους ρυθμούς και είχε θετικά αποτελέσματα. Η γνωσιακή διάσταση υιοθετεί την άποψη ότι η νοητική αναπαράσταση του εξωτερικού κόσμου ασκεί αποφασιστικό ρόλο στην ανθρώπινη συμπεριφορά (Καλαντζή-Αζίζι, 2002). Πιο συγκεκριμένα, θεωρεί ότι ο τρόπος με τον οποίο αναπαρίσταται η πραγματικότητα στο μυαλό του ατόμου «ρυθμίζει» τη συμπεριφορά του και ότι μια σειρά από γνωστικές διαδικασίες, όπως η αντίληψη, η επεξεργασία των γεγονότων, οι σκέψεις, η διαδικασία επίλυσης προβλημάτων κ.ά., επιδρούν στη συμπεριφορά του ατόμου. Βασίζεται στη γνωστική θεωρία (Neisser, 1967), η οποία «στοχεύει» στην επεξεργασία των πληροφοριών και των αντιλήψεων του ατόμου. Στηρίζεται στην παραδοχή ότι τα συναισθήματα και οι συμπεριφορές καθορίζονται από τον τρόπο με τον οποίο το άτομο δομεί τον κόσμο (Beck, 1995) και πιστεύει ότι τροποποιώντας τον τρόπο με τον οποίο εκλαμβάνονται και ερμηνεύονται τα γεγονότα, είναι δυνατό να αλλάξουν και οι δυσλειτουργικές συμπεριφορές. Η συμπεριφοριστική διάσταση του μοντέλου βασίστηκε στη θεωρία του συμπεριφορισμού (Bandura, 1986), με βάση την οποία η συναισθηματική αντίδραση του ατόμου επηρεάζεται από τη σύνδεση ενός ερεθίσματος με παρόμοιες πληροφορίες του παρελθόντος.

 

Το γνωσιακό-συμπεριφοριστικό μοντέλο αποτελεί ένα συνδυασμό γνωστικών και συμπεριφοριστικών τεχνικών, οι οποίες έχουν ως στόχο την τροποποίηση των νοητικών σχημάτων του ατόμου και την μετατροπή τους σε λειτουργικά για το ίδιο το άτομο. Όσον αφορά στην εφαρμογή της, η γνωσιακή-συμπεριφοριστική προσέγγιση έχει μικρή διάρκεια, συγκεκριμένο πλάνο, προσανατολίζεται στο πρόβλημα, είναι ενεργητική και κατευθυντική και έχει ως κέντρο τον άνθρωπο που επιζητά τη βοήθεια (Beck, 1995).

Παρουσίαση περίπτωσης

Στην παρούσα εργασία παρουσιάζεται η περίπτωση μιας κολυμβήτριας, ηλικίας 18 ετών, με οκτάχρονη εμπειρία στο άθλημά της. Η συγκεκριμένη αθλήτρια είχε στο παρελθόν αρκετές διακρίσεις εντός και εκτός Ελλάδος, με νίκες σε Πανελλήνια και συμμετοχές σε ευρωπαϊκά πρωταθλήματα. Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο είχε αλλάξει προπονητή και σύλλογο.

Η βασικότερη αιτία για την οποία ζήτησε τη συνεργασία μας ήταν η πτώση της απόδοσής της τον τελευταίο χρόνο, η απώλεια αυτοπεποίθησης και οι δυσκολίες αποδοχής μιας νέας κατάστασης, η οποία σχετιζόταν με την αλλαγή του προπονητή της. Τα ίδια «προβλήματα» με την αθλήτρια εντόπιζαν τόσο ο προπονητής όσο και οι γονείς της.

Αφού καθορίστηκε από κοινού το πλαίσιο συνεργασίας, το πρόγραμμα ψυχολογικής προετοιμασίας της αθλήτριας ξεκίνησε με τη διαδικασία της ψυχολογικής αξιολόγησης. Αρχικά πραγματοποιήθηκε εκτίμηση χαρακτηριστικών της προσωπικότητας με τη χρήση ενός «πακέτου» γενικών και ειδικών ερωτηματολόγιων προδιάθεσης, όπως π.χ. τα ερωτηματολόγια Γενικού Άγχους προδιάθεσης, Ψυχικής Διάθεσης, Αγωνιστικού Άγχους προδιάθεσης και Αγωνιστικής Αυτοπεποίθησης και στη συνέχεια, η διαδικασία ολοκληρώθηκε με την κλινική συνέντευξη. Με βάση την ψυχολογική αξιολόγηση (κλινική συνέντευξη και ερωτηματολόγια), η αθλήτρια εμφάνιζε χαμηλή αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση, δυσκολία στην έκφραση προσωπικών προβλημάτων και έντονο άγχος με προεξέχοντα τα ψυχοσωματικά συμπτώματα κατά τη διάρκεια των αγώνων (π.χ. έντονος καρδιακός παλμός, εφίδρωση στις παλάμες). Συνοπτικά, από τη διαδικασία της αξιολόγησης, η αθλήτρια φαίνεται να χαρακτηρίζεται από εσωστρέφεια, έλλειψη διεκδικητικότητας, δυσκολία επικοινωνίας με τα κοντινά της πρόσωπα, έντονη εξάρτηση από τη μητέρα της και εξωτερική εστία ελέγχου και απόδοσης αιτιών.

Λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες της αθλήτριας, στις πρώτες συνεδρίες τέθηκαν οι στόχοι του προγράμματος παρέμβασης (βλέπε επόμενη ενότητα). Κυρίως η διαδικασία εστίασε στις σχέσεις με το περιβάλλον της και τα προβλήματα από το χώρο του αθλητισμού που εκείνη ανάφερε, όπως, για παράδειγμα, η χαμηλή αυτοπεποίθηση, η έλλειψη διεκδικητικότητας, το αίσθημα ενοχής και ευθύνης για ό,τι συμβαίνει στην οικογένεια και η προσκόλληση στη μητέρα της. Στην πορεία του προγράμματος, μέσω της διαδικασίας της συμβουλευτικής, εξετάστηκαν οι αιτίες της παρούσας κατάστασης και οι δυνατότητες τροποποίησης της συμπεριφοράς με βάση την προσωπική της προσπάθεια.

Για την πραγματοποίηση των στόχων της συνεργασίας, αρχικά αναδείχθηκαν οι παράλογες και δυσλειτουργικές σκέψεις και στη συνέχεια έγινε προσπάθεια να τροποποιηθούν με τη χρήση τόσο γνωσιακών όσο και συμπεριφοριστικών τεχνικών ψυχολογικής παρέμβασης. Οι κύριες γνωσιακές τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν ήταν η γνωστική αναδόμηση, η γνωσιακή πρόβα και η προβολή στο μέλλον (Καλπάκογλου, 1997), ενώ οι συμπεριφοριστικές τεχνικές ήταν το παιχνίδι ρόλων, η μυϊκή χαλάρωση, η διαμόρφωση νέας συμπεριφοράς και η ενίσχυση (Mahoney, 1974).

Στόχοι του προγράμματος και τεχνικές ψυχολογικής παρέμβασης στο πλαίσιο της συνεργασίας

Στόχοι προγράμματος

  • Ανάπτυξη αυτοπεποίθησης
  • Μείωση συμπτωμάτων άγχους
  • Βελτίωση των σχέσεων με την οικογένεια
  • Βελτίωση της επικοινωνίας με τον προπονητή
  • Καλλιέργεια διεκδικητικότητας

Τεχνικές παρέμβασης

Γνωσιακές τεχνικές

  • Γνωστική αναδόμηση
  • Γνωσιακή πρόβα
  • Προβολή στο μέλλον

Συμπεριφοριστικές τεχνικές

  • Παιχνίδι ρόλων
  • Μυϊκή χαλάρωση
  • Διαμόρφωση νέας συμπεριφοράς
  • Ενίσχυση

Το πρόγραμμα ψυχολογικής προετοιμασίας-συμβουλευτικής της αθλήτριας ξεκίνησε το Σεπτέμβριο του 2007 και διήρκησε έως τον Ιανουάριο του 2008, χρονικό διάστημα κατά το οποίο πραγματοποιήθηκαν 18 συνεδρίες. Στο τέλος της περιόδου, κατά την αξιολόγηση του προγράμματος και της συνεργασίας, η αθλήτρια είχε ανακτήσει την αυτοπεποίθησής της, με άμεση επίδραση στις αγωνιστικές της επιδόσεις, μείωσε σημαντικά την εμφάνιση και τα συμπτώματα του άγχους, ώστε να μην της δημιουργούν πρόβλημα τόσο στην καθημερινότητά της όσο και στον αθλητισμό, βελτίωσε την επικοινωνία με τα κοντινά της πρόσωπα, με τα οποία εξαλείφθηκαν οι συγκρούσεις και εξέφραζε με μεγαλύτερη άνεση αυτό που την απασχολούσε. Στο αγωνιστικό μέρος, κατέλαβε την πρώτη θέση στο αγώνισμά της, κατά τη διάρκεια του Πανελληνίου πρωταθλήματος, με καλή απόδοση γενικότερα. Η ίδια ανέφερε βελτίωση τόσο σε αγωνιστικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο, όπως περιγράφονται στη διαδικασία αξιολόγησης του προγράμματος, μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και εξάλειψη των δυσλειτουργικών συμπεριφορών. Επίσης, η μητέρα της αθλήτριας ανέφερε βελτίωση ως προς τη γενικότερη κατάστασή της, ενώ ο προπονητής δήλωσε ότι η αθλήτρια εμφάνισε μεγαλύτερη ενεργοποίηση στην καθημερινή της προσπάθεια στην προπόνηση και πολύ καλή επικοινωνία μεταξύ τους.

Το περιστατικό περιγράφει την προσέγγιση και τις μεθόδους παρέμβασης. Παράλληλα, καταδεικνύει τη δυναμική σχέση παραμέτρων, που αφορούν τόσο την αθλήτρια (ψυχολογικά χαρακτηριστικά, δυνατότητες) όσο και την οικογένεια (σχέσεις, επικοινωνία) και τον προπονητή (σχέσεις, επικοινωνία, προπόνηση), που διαμορφώνουν τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά και απόδοση ενός αθλητή.

Βιβλιογραφία

Bandura, A. (1986). Social foundations of thought and action: A social cognitive theory. New Jersey: Prentice-Hall.

Beck, J.S. (1995). Cognitive therapy: Basics and beyond. New York:The Guilford Press

Καλαντζή- Αζίζι, A. (2002). Αυτογνωσία & Αυτοδιαχείριση. Γνωσιακή-συμπεριφοριστική προσέγγιση. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Καλπάκογλου, Θ. (1997). Άγχος και πανικός: γνωσιακή θεωρία και θεραπεία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Mahoney, M.J. (1974). Cognition and behavior modification. Cambridge: Balinger.

Neisser, U. (1967). Cognitive Psychology. New York: Prentice-Hall.